Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν ενοχλήθηκε από την κοινωνική ασφυξία, ούτε από τη φτωχοποίηση, ούτε από την κυβερνητική φθορά. Ενοχλήθηκε από την Ιστορία — και κυρίως από εκείνους που αρνούνται να τη διαβάσουν με το εγχειρίδιο της Δεξιάς.
Με αφορμή τη Λαμία, το Λιτόχωρο, τον Άρη Βελουχιώτη και τον ΔΣΕ, ο υπουργός ξανασήκωσε από το χρονοντούλαπο τον πιο παλιό, πιο διχαστικό και πιο βολικό λόγο: τον λόγο του εμφυλίου. Έναν λόγο που δεν ενώνει, δεν φωτίζει, δεν εξηγεί — απλώς στοχοποιεί.
Τι ήταν αυτό που πραγματικά ενόχλησε
Δεν ενόχλησε τον υπουργό μια ιστορική αναφορά.
Τον ενόχλησε ότι ο Αλέξης Τσίπρας στη Λαμία επικαλέστηκε τον Άρη Βελουχιώτη όχι ως φάντασμα, αλλά ως πολιτικό και ιστορικό σύμβολο μιας άλλης ανάγνωσης της πατρίδας, της κοινωνίας και της σύγκρουσης.
Τον ενόχλησε επίσης ότι ο Δημήτρης Κουτσούμπας στο Λιτόχωρο δεν μίλησε με τη γλώσσα των νικητών του Εμφυλίου, αλλά με τη γλώσσα της ιστορικής μνήμης της Αριστεράς.
Και εκεί ακριβώς αποκαλύφθηκε η ενόχληση του συστήματος:
όχι απέναντι στην υπερβολή, αλλά απέναντι στη μνήμη.
Όχι απέναντι στην προπαγάνδα, αλλά απέναντι στην αμφισβήτηση του επίσημου αφηγήματος.
Η επιστροφή του παλιού καλού αντικομμουνισμού
Ο κ. Γεωργιάδης δεν έκανε ιστορική παρέμβαση.
Έκανε εκλογική πολιτική με υλικά εμφυλιοπολεμικής αποθήκης.
Μίλησε για «τρομοκρατικό χτύπημα», για «συντριβή των κομμουνιστών», για «νίκη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», λες και η χώρα δεν έχει περάσει ούτε μία μέρα από τη μετεμφυλιακή της σκιά.
Η ρητορική αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αθώα.
Είναι ο πιο ασφαλής δρόμος για να ξυπνήσουν τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά, να τροφοδοτηθεί το ακροδεξιό ακροατήριο και να ξαναστηθεί ο γνώριμος εσωτερικός εχθρός.
Όταν η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πείσει στο παρόν, επιστρέφει στο παρελθόν.
Και όταν δεν έχει πολιτικό επιχείρημα, ανασύρει εμφυλιοπολεμικά συνθήματα.
Ποια “τάξη” υπερασπίζονται
Η επίκληση της Χωροφυλακής δεν είναι ουδέτερη αναφορά σε ένα σώμα ασφαλείας.
Είναι σαφής πολιτική επιλογή.
Γιατί η Χωροφυλακή δεν γράφτηκε στην Ιστορία ως απλός μηχανισμός «τήρησης της τάξεως», αλλά ως βασικός βραχίονας αντικομμουνισμού, καταστολής και κρατικής βίας. Ως μηχανισμός που συνδέθηκε με τις πιο σκοτεινές σελίδες της κατοχικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας.
Άρα όταν ο υπουργός σπεύδει να την ηρωοποιήσει για να επιτεθεί στους πολιτικούς του αντιπάλους, δεν υπερασπίζεται τη δημοκρατία.
Υπερασπίζεται μια συγκεκριμένη εκδοχή κράτους:
το κράτος που κυνηγά, φακελώνει, αποκλείει και μετά βαφτίζει αυτή τη βία «εθνική κανονικότητα».
Και αυτό είναι το επικίνδυνο.
Όχι η ιστορική διαφωνία, αλλά η πολιτική νοσταλγία για τον χωροφύλακα.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης θέλησε να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της δημοκρατίας, αλλά κατέληξε να μιλά με τη φωνή του πιο σκληρού μετεμφυλιακού κράτους.
Δεν τον πείραξε η παραχάραξη της Ιστορίας — τον πείραξε ότι δεν την ελέγχει.
Δεν τον τρόμαξαν τα φαντάσματα του Εμφυλίου — τον βολεύουν.
Κι έτσι, πίσω από τα 2.0, τα ψηφιακά και τα μοντέρνα, ξεπρόβαλε ξανά ο παλιός γνώριμος:
ο χωροφύλαξ.
Μόνο που τώρα δεν κρατά γκλομπ. Κρατά υπουργικό μικρόφωνο.

