Αν σε αυτή τη χώρα είχε απομείνει ίχνος ντροπής, δεν θα χρειαζόταν μια δημόσια καταγγελία για να μάθουμε ότι μια γυναίκα είδε — όπως λέει — τα κλεμμένα κοσμήματά της να βγαίνουν προς πώληση στην τηλεόραση. Δεν θα χρειαζόταν να τηλεφωνεί η ίδια, να παριστάνει την πελάτισσα και να ακούει μέχρι και πού μπορεί να παραλάβει την ίδια της την περιουσία.
Και τώρα, με τη σύλληψη του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη για αρχαιοκαπηλία και πλαστογραφία, ανοίγει μπροστά μας όχι απλώς μια σκοτεινή υπόθεση, αλλά ο βούρκος ενός ολόκληρου κυκλώματος “κανονικότητας”: πλαστά που βαφτίζονται τέχνη, ιερά κειμήλια που μετατρέπονται σε εμπόρευμα, μετρητά που στοιβάζονται και μια αγορά που για χρόνια πουλούσε κύρος ενώ από κάτω έβραζε η δυσωδία.
Η καταγγελία που ξεγυμνώνει τη σαπίλα
Η Λόλα Νταϊφά δεν περιγράφει ένα απλό περιστατικό. Περιγράφει μια κοινωνία όπου το θράσος έχει γίνει σύστημα. Λέει ότι αναγνώρισε τα δικά της κοσμήματα, ότι απευθύνθηκε στην αστυνομία, ότι υπήρξε έλεγχος, ότι ξεκίνησε δικαστική διαδικασία — και παρ’ όλα αυτά, τα ίδια αντικείμενα εμφανίστηκαν ξανά.
Αυτό δεν είναι “παρατυπία”. Δεν είναι “παρεξήγηση”. Είναι η εικόνα μιας αγοράς που συμπεριφέρεται σαν να μη φοβάται τίποτα. Σαν να ξέρει ότι στην Ελλάδα όλα τραβάνε, όλα θολώνουν, όλα καθυστερούν, όλα κάπως θα ξεχαστούν. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος πουλάει. Είναι ποιος τον άφησε να νιώθει άτρωτος.
Τα ευρήματα δεν δείχνουν απλώς υπόθεση, δείχνουν μηχανισμό
Εκατοντάδες πίνακες. Αμφορείς. Βυζαντινές εικόνες. Ένα Ευαγγέλιο. Περίπου 200.000 ευρώ σε μετρητά. Και πάνω από όλα, η πληροφορία-βόμβα ότι από περίπου 300 έργα που κατασχέθηκαν, αυθεντικά εκτιμάται ότι είναι μόλις επτά.
Αν αυτή η εικόνα επιβεβαιωθεί, τότε δεν μιλάμε για έναν άνθρωπο που “ενδεχομένως παραστράτησε”. Μιλάμε για μηχανισμό εξαπάτησης με βιτρίνα την τέχνη, για εμπόριο ψευδαίσθησης με τιμολόγιο κύρους. Για μια αγορά όπου κάποιοι πλήρωναν περιουσίες όχι για έργα, αλλά για μούφα με κορνίζα. Και δίπλα σε όλα αυτά, ιερά και ιστορικά αντικείμενα να αντιμετωπίζονται σαν υλικό βιτρίνας και προσωπικής μπίζνας.
Η άμυνα της “κληρονομιάς” και η προσβολή στη νοημοσύνη
Η υπερασπιστική γραμμή λέει ότι τα έργα δεν ήταν προς πώληση, αλλά ήταν προσωπική συλλογή. Ότι προέρχονταν από οικογενειακή κληρονομιά. Ότι βρίσκονταν στην κατοχή του επί δεκαετίες. Για το Ευαγγέλιο, ότι παραδόθηκε για να εξεταστεί αρμοδίως.
Όλα αυτά θα κριθούν εκεί που πρέπει: στη Δικαιοσύνη. Όμως η κοινωνία έχει κάθε λόγο να εξοργίζεται όταν ακούει ξανά το ίδιο έργο: τίποτα δεν ήταν αυτό που φαινόταν, τίποτα δεν πουλιόταν, τίποτα δεν ήταν πρόθεση, όλα ήταν συλλεκτικά, όλα ήταν οικογενειακά, όλα ήταν περίπου αθώα. Στην Ελλάδα της διαρκούς συγκάλυψης, η “προσωπική συλλογή” έχει καταντήσει να ακούγεται σαν η τελευταία λέξη κάθε βολικής άμυνας πριν πέσει η αυλαία.
Όταν τα κλεμμένα φτάνουν να ξαναβγαίνουν στο γυαλί, δεν μιλάμε για μεμονωμένη εκτροπή. Μιλάμε για κράτος-θεατή και για παρακμή που φοράει γραβάτα.
Όταν τα πλαστά κυκλοφορούν σαν αυθεντικά και οι αγοραστές τρέχουν μετά στις Αρχές να μάθουν τι αγόρασαν, τότε δεν έχει καταρρεύσει μόνο μια γκαλερί. Έχει καταρρεύσει κάθε έννοια εμπιστοσύνης.
Και όταν το θύμα πρέπει να αποδείξει ότι τα κλεμμένα του είναι δικά του, ενώ οι “κύριοι” των σαλονιών συνεχίζουν να παριστάνουν τους ανυποψίαστους, τότε το ερώτημα δεν είναι αν απέμεινε κανένας έντιμος. Το ερώτημα είναι πόσο βαθιά έχει σαπίσει αυτός ο τόπος.

