Κάποτε, ο διαχωρισμός Δεξιάς και Αριστεράς είχε περιεχόμενο. Αφορούσε το εσωτερικό του εθνικού κράτους: το μοντέλο οικονομίας, το εύρος του κοινωνικού κράτους, την ισορροπία ανάμεσα σε ελευθερίες και ρυθμίσεις. Σήμερα, όμως, αυτός ο διαχωρισμός έχει καταντήσει πολιτικό σκηνικό, χρήσιμο μόνο για να μην κοιτάξει κανείς το πραγματικό έργο που παίζεται από πίσω.
Διότι το πραγματικό μέτωπο δεν είναι πια “δεξιά ή αριστερά”. Είναι ποιος κυβερνά: το εθνικό κράτος με λογοδοσία στους πολίτες ή ένα πλέγμα υπερεθνικών μηχανισμών, οικονομικών κέντρων και «ειδικών» που αποφασίζουν χωρίς κοινωνική εντολή. Είναι το 90% που παλεύει να σταθεί όρθιο απέναντι στο 10% που ευημερεί σχεδόν ανεξάρτητα από την πραγματικότητα. Και, στην Ελλάδα, είναι το 80% των φτωχοποιημένων Ελλήνων απέναντι στο 20% των προνομιούχων που αναπαράγει το σύστημα της ΝΔ.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία που κάποιοι προσπαθούν να θάψουν κάτω από τα γνωστά συνθήματα. Γιατί το αφήγημα «Δεξιά–Αριστερά» είναι βολικό: σου δίνει έτοιμες ταμπέλες, σου γλιτώνει την σκέψη, και κυρίως σου αποκρύπτει την πραγματική ταξική —και πλέον υπερεθνική— σύγκρουση. Σε κρατά να τσακώνεσαι για λέξεις, όσο άλλοι μοιράζουν την ισχύ, τα χρήματα και τους κανόνες.
Οι “γκλομπαλιστές” δεν θέλουν πολίτες. Θέλουν καταναλωτές.
Η παγκοσμιοποίηση δεν ήρθε ως ουδέτερο οικονομικό φαινόμενο. Ήρθε ως πολιτικό σχέδιο: να μεταφερθεί η εξουσία από τα εκλεγμένα κράτη σε δομές χωρίς πραγματική δημοκρατική λογοδοσία. Και για να περάσει αυτό το σχέδιο, χρειάζεται ένα ιδεολογικό περίβλημα.
Σήμερα, αυτό το περίβλημα —για ένα μεγάλο κομμάτι του δυτικού πολιτικού φάσματος— είναι η woke ατζέντα: όχι ως γνήσια υπεράσπιση δικαιωμάτων, αλλά ως εργαλείο πειθάρχησης, διάσπασης και αποπροσανατολισμού. Όσο ο πολίτης τσακώνεται για ταυτότητες, λέξεις και “σωστές διατυπώσεις”, δεν προλαβαίνει να ρωτήσει τα ουσιώδη: ποιος του παίρνει την αγοραστική δύναμη, ποιος του διαλύει την παραγωγή, ποιος μετατρέπει τη χώρα του σε πεδίο εφαρμογής πολιτικών που δεν ψήφισε.
Στην Ελλάδα, το “πατριωτικό” έχει καταντήσει κουστούμι εξουσίας
Το τραγικό στην ελληνική περίπτωση είναι ότι το ίδιο σύστημα που σπρώχνει τη χώρα σε εξαρτήσεις, ιδιωτικοποιήσεις χωρίς σχέδιο, αποδιάρθρωση παραγωγής και κοινωνική ασφυξία, εμφανίζεται ταυτόχρονα ως “εγγυητής σταθερότητας”. Δηλαδή ως εγγυητής του… δικού του μηχανισμού.
Η ΝΔ έστησε ένα μοντέλο προνομίων για λίγους και αντοχών για τους πολλούς. Ένα 20% απολαμβάνει πρόσβαση, προστασία, διαδρομές, «πόρτες». Και ένα 80% ζει με λογαριασμούς, ανασφάλεια, μετανάστευση των παιδιών του και μια μόνιμη αίσθηση ότι «ό,τι κι αν κάνεις, δεν αλλάζει τίποτα». Αυτό δεν είναι “ανάπτυξη”. Είναι κοινωνική αναδιάρθρωση προς όφελος των προνομιούχων.
Και σε αυτό το σημείο, το να μιλάς για “πατριωτισμό” γίνεται επικίνδυνο αν δεν το ορίζεις αυστηρά. Διότι ο πατριωτισμός δεν είναι προεκλογική κορδέλα. Δεν είναι τηλεοπτικό σλόγκαν. Δεν είναι σημαίες για φωτογραφία. Πατριωτισμός είναι να υπερασπίζεσαι το έθνος-κράτος ως πλαίσιο δημοκρατίας: κυριαρχία, παραγωγή, κοινωνική συνοχή, ασφάλεια, αξιοπρέπεια.
«Μέτρον άριστον»: όχι άλλο ένα άκρο για να αντιμετωπίσεις το άλλο
Εμείς επιμένουμε στο αυτονόητο που οι επαγγελματίες της πολιτικής μισούν: ισορροπία και μέτρο. Διότι τα άκρα τρέφουν το ένα το άλλο. Η υπερβολή της μιας πλευράς γίνεται καύσιμο για την υπερβολή της άλλης. Και στο τέλος, ο πολίτης μένει με τον λογαριασμό και με μια κοινωνία πιο διχασμένη, πιο αδύναμη, πιο ελέγξιμη.
Η πραγματική πολιτική σύγκρουση σήμερα είναι μία:
Θα αποφασίζει ο λαός μέσα από το κυρίαρχο εθνικό κράτος ή θα αποφασίζουν οι ελίτ μέσα από υπερεθνικά πλέγματα εξουσίας;
Τι εννοούμε «πατριωτικό κόμμα» — για να τελειώνουμε με τις γελοιότητες
Όταν λέμε «πατριωτικό κόμμα», δεν εννοούμε ότι οι άλλοι “δεν αγαπούν την πατρίδα”. Αυτό είναι παιδικό και βολικό επιχείρημα των αντιπάλων, για να αποφύγουν την ουσία. Εννοούμε ότι υπάρχουν δύο τρόποι να “αγαπάς” μια χώρα:
- Να την αγαπάς ως κυρίαρχο κράτος με πολίτες που αποφασίζουν.
- Να την αγαπάς ως πεδίο διαχείρισης όπου «οι ειδικοί» και «οι αγορές» αποφασίζουν και οι πολίτες προσαρμόζονται.
Αν κάποιος επιλέγει το δεύτερο, μπορεί να λέει ότι αγαπά την πατρίδα. Εμείς λέμε ότι την αγαπά με λάθος τρόπο — γιατί στο τέλος, αυτός ο “λάθος τρόπος” καταλήγει πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα: λιγότερη κυριαρχία, λιγότερη παραγωγή, λιγότερη ελευθερία, περισσότερη εξάρτηση.
Και όσο κάποιοι συνεχίζουν να πουλάνε στον κόσμο το παραμύθι “δεξιά–αριστερά”, τόσο θα περνάει, σιωπηλά, το πραγματικό σχέδιο: η μετατροπή των κοινωνιών σε πειθαρχημένες μάζες χωρίς πολιτική ισχύ.
Το ερώτημα δεν είναι ποια ταμπέλα φοράς.
Το ερώτημα είναι: με ποιους είσαι. Με το 80% ή με το 20%; Με το έθνος-κράτος ή με την παγκοσμιοποιημένη ελίτ;
Αυτό είναι το μέτωπο. Όλα τα άλλα είναι ντεκόρ.
