Υπάρχουν στιγμές μέσα στις δικαστικές αίθουσες που η σοβαρότητα φοράει τήβεννο, αλλά το χιούμορ μπαίνει από την πόρτα χωρίς να ζητήσει άδεια. Και τότε, οι ερωτήσεις των δικηγόρων και οι απαντήσεις των μαρτύρων γράφουν ιστορία.
Στα δικαστήρια, υποτίθεται, όλα είναι μετρημένα: οι ερωτήσεις, οι απαντήσεις, οι ενστάσεις, τα πρακτικά, οι σιωπές. Υπάρχουν όμως και εκείνες οι στιγμές που η λογική παθαίνει μικρή ανακοπή και η αίθουσα μετατρέπεται, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, σε σκηνή κωμωδίας.
Και το καλύτερο; Δεν πρόκειται για σενάριο. Πρόκειται για ατάκες που φέρονται να έχουν καταγραφεί κατά λέξη σε δικαστικές διαδικασίες.
Όταν η ερώτηση χρειάζεται… δικηγόρο
Υπάρχουν ερωτήσεις που γίνονται για να αποκαλύψουν την αλήθεια. Και υπάρχουν και ερωτήσεις που κάνουν την αλήθεια να ντρέπεται.
Όπως η αξεπέραστη στιγμή όπου δικηγόρος ρωτά μάρτυρα:
«Ο μικρότερος γιος, ο εικοσάχρονος, τι ηλικίας είναι;»
Και ο μάρτυρας, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, απαντά:
«Είναι 20, όσο περίπου και το IQ σας.»
Εδώ δεν χρειάζεται ένσταση. Χρειάζεται πάγος, νερό και ίσως μια μικρή παύση για ανασυγκρότηση.
Η νεκροψία, ο σφυγμός και η δικηγορία
Οι γιατροί στα δικαστήρια συνήθως καλούνται να δώσουν επιστημονικές απαντήσεις. Αλλά όταν οι ερωτήσεις περνούν σε άλλο επίπεδο, η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά.
Δικηγόρος ρωτά γιατρό αν, πριν κάνει νεκροψία, έλεγξε αν υπήρχε σφυγμός, πίεση ή αναπνοή. Ο γιατρός απαντά όχι. Και όταν ο δικηγόρος επιμένει αν είναι πιθανό ο ασθενής να ήταν ακόμη ζωντανός, ο γιατρός εξηγεί:
«Όχι, γιατί ο εγκέφαλός του βρισκόταν πάνω στο γραφείο μου σε μια γυάλα.»
Και επειδή η επιμονή είναι αρετή —αλλά όχι πάντα— ο δικηγόρος ξαναρωτά αν, παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσε να ζει.
Η απάντηση ήταν χειρουργική:
«Ναι, είναι πιθανόν. Θα μπορούσε να είναι ζωντανός και να ασκεί τη δικηγορία.»
Σε εκείνο το σημείο, ακόμη και τα πρακτικά θα πρέπει να γέλασαν.
Όταν ο μάρτυρας ζητά αλλαγή δικηγόρου
Σε άλλη περίπτωση, ο δικηγόρος ρωτά έναν μάρτυρα αν ο άνθρωπος για τον οποίο γίνεται λόγος είχε τρία παιδιά. Ο μάρτυρας απαντά ναι. Ακολουθεί η ερώτηση:
«Πόσα ήταν αγόρια;»
«Κανένα», απαντά ο μάρτυρας.
Και τότε έρχεται το μεγαλειώδες:
«Υπήρχε κανένα κορίτσι;»
Ο μάρτυρας δεν άντεξε:
«Κύριε Δικαστά, νομίζω χρειάζομαι άλλον δικηγόρο. Μπορώ να πάρω άλλον;»
Δύσκολο να τον αδικήσεις.
Το δικαστήριο ως σχολή υπομονής
Η δικαστική αίθουσα είναι χώρος σοβαρός. Εκεί κρίνονται υποθέσεις, ζωές, δικαιώματα, ευθύνες. Αλλά είναι και χώρος ανθρώπινος. Και όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει πάντα η πιθανότητα κάποιος να ρωτήσει αν αυτός που πέθανε στον ύπνο του το κατάλαβε μέχρι το άλλο πρωί.
Η απάντηση του μάρτυρα ήταν όλα τα λεφτά:
«Τώρα στ’ αλήθεια περάσατε τις εξετάσεις για άσκηση νομικού επαγγέλματος;»
Κάπου εκεί, η νομική επιστήμη έκανε ότι δεν άκουσε.
Το συμπέρασμα
Αν κάτι αποδεικνύουν αυτές οι ατάκες, είναι ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να είναι τυφλή, αλλά σίγουρα δεν είναι πάντα αγέλαστη.
Γιατί ακόμη και μέσα στα πιο αυστηρά περιβάλλοντα, η ανθρώπινη αμηχανία, η κακή διατύπωση και η υπερβολική αυτοπεποίθηση μπορούν να γεννήσουν μικρά διαμάντια χιούμορ.
Και τελικά, ίσως το πιο ασφαλές συμπέρασμα είναι ένα: πριν κάνεις την επόμενη ερώτηση στο δικαστήριο, βεβαιώσου ότι δεν θα καταλήξει να τη διαβάζουν χρόνια μετά… ως ανέκδοτο.

