Οι νέες αποκαλύψεις που αποδίδονται στον Πέτρο Κουσουλό δεν χτυπούν απλώς την κυβερνητική γραμμή άμυνας. Την τινάζουν στον αέρα. Γιατί αν πράγματι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έπρεπε να ψάχνει μόνη της, με ακουστικά στα αυτιά, εκείνα που κάποιοι απέφευγαν να γράψουν καθαρά στα χαρτιά, τότε δεν μιλάμε για «γραφειοκρατικό μπέρδεμα», αλλά για εικόνα οργανωμένης παρεμπόδισης.
Και τότε το ερώτημα παύει να είναι πολιτικό και γίνεται θεσμικό, βαρύ και ασήκωτο: ποιος έδινε τη γραμμή, ποιος καθυστερούσε, ποιος “καθάριζε” τα ονόματα από το υλικό, ποιος προστάτευε ποιον. Γιατί όταν μια έρευνα φτάνει να σκοντάφτει ξανά και ξανά πάνω σε «λάθη», «παραλείψεις» και «καθυστερήσεις», η λέξη που πλανάται από πάνω δεν είναι παρεξήγηση. Είναι συγκάλυψη.
Η “αμέλεια” που επαναλαμβάνεται, παύει να είναι αμέλεια
Σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, το Εσωτερικών Υποθέσεων φέρεται να διαβίβασε απομαγνητοφωνήσεις χωρίς να εμφανίζονται τα ονόματα των πολιτικών που σήμερα αναφέρονται στις δικογραφίες. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, δεν πρόκειται για τεχνικό στραβοπάτημα. Πρόκειται για αλλοίωση της ουσίας μιας έρευνας.
Διότι σε τέτοιες υποθέσεις, το κρίσιμο δεν είναι να σταλεί απλώς “υλικό”. Το κρίσιμο είναι να σταλεί ολόκληρη η αλήθεια. Και όταν η αλήθεια φεύγει μισή, τότε κάποιος φρόντισε να μη φτάσει ποτέ ολόκληρη.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν κυνηγούσε φαντάσματα — κυνηγούσε όσα κάποιοι έκρυβαν
Το κυβερνητικό αφήγημα περί «πολιτικής σκοπιμότητας» δέχεται εδώ ένα χτύπημα σχεδόν θανατηφόρο. Γιατί αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναγκάστηκε να καταφύγει σε ίδια ακρόαση του υλικού για να βγάλει άκρη, τότε δεν έχουμε μια Αρχή που κατασκευάζει ενόχους. Έχουμε μια Αρχή που προσπαθεί να ξεπεράσει τα εμπόδια που της έβαλαν.
Με απλά λόγια: δεν φαίνεται να κυνηγούσε σκιές. Φαίνεται να ξεσκέπαζε όσα κάποιοι ήθελαν να μείνουν θαμμένα κάτω από υπηρεσιακά χαρτιά, καθυστερήσεις και βολικές παραλείψεις.
Τα “δέκα λάθη” δεν μοιάζουν με λάθη — μοιάζουν με μηχανισμό προστασίας
Η καταγγελία ότι από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στάλθηκαν επανειλημμένα λανθασμένα στοιχεία για τα «κόκκινα ΑΦΜ» είναι από μόνη της πολιτικά εκρηκτική. Γιατί σε τέτοιας κλίμακας υπόθεση, το «λάθος» που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά παύει να ακούγεται ως ατύχημα. Αρχίζει να μοιάζει με σύστημα.
Και όταν ένα σύστημα παράγει μονίμως καθυστερήσεις, θολούρα και ελλιπή δεδομένα, τότε η κοινή λογική βγάζει το δικό της συμπέρασμα: κάποιος δεν ήθελε να προχωρήσει η έρευνα μέχρι τέλους. Κάποιος ήθελε χρόνο. Κάποιος ήθελε πολιτική ασπίδα. Κάποιος ήθελε να σωθούν πρόσωπα.
Αν όλα αυτά επιβεβαιωθούν, δεν μιλάμε απλώς για ένα ακόμη σκάνδαλο. Μιλάμε για ωμή προσβολή του κράτους δικαίου. Για μια εξουσία που, αντί να απαντήσει στις σκιές, φέρεται να προσπάθησε να τις σβήσει από τα έγγραφα. Και τότε δεν αρκούν οι δικαιολογίες, οι τηλεοπτικές κραυγές και τα “δεν ξέρω”. Τότε δεν χρειάζονται spin doctors. Χρειάζονται ονόματα, ευθύνες και παραδειγματικές πολιτικές καρατομήσεις. Γιατί όταν η αλήθεια πρέπει να φορέσει ακουστικά για να ακουστεί, η συγκάλυψη ήδη ουρλιάζει.

