Η ιστορία του Σλήμαν, τα «τσουκαλάκια» που έγιναν παγκόσμιος θησαυρός και μια ελληνική άρνηση που ακόμη ηχεί σαν ιστορική αυτοχειρία
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός κράτους που δεν κρίνονται την ώρα που συμβαίνουν. Κρίνονται πολλά χρόνια μετά, όταν η σκόνη έχει κατακαθίσει, όταν οι πρωταγωνιστές έχουν φύγει, όταν τα αντικείμενα, οι αποφάσεις και οι χαμένες ευκαιρίες αποκτούν το πραγματικό τους βάρος.
Μία τέτοια στιγμή ήταν η υπόθεση του Ερρίκου Σλήμαν και του περίφημου Θησαυρού του Πριάμου.
Ενός θησαυρού αμύθητης αξίας, όχι μόνο οικονομικής, αλλά κυρίως ιστορικής, συμβολικής και πολιτισμικής. Ενός συνόλου ευρημάτων που συνδέθηκε με την Τροία, με τον Όμηρο, με την παγκόσμια φαντασία γύρω από τον Τρωικό Πόλεμο και με τη μεγάλη ευρωπαϊκή αρχαιολατρία του 19ου αιώνα.
Και όμως, όταν ο Σλήμαν στράφηκε προς την Ελλάδα, ζητώντας να βρει εδώ στέγη για τα ευρήματα και να συνδέσει τη συλλογή του με το ελληνικό κράτος, η απάντηση που φέρεται να έλαβε από την ελληνική πλευρά πέρασε στην ιστορία με τρόπο σχεδόν ντροπιαστικό:
«Ο κύριος Σλήμαν να πάρει τα τσουκαλάκια του και να μας αφήσει ήσυχους».
Ο άνθρωπος που πίστεψε στον Όμηρο περισσότερο από τους ειδικούς
Ο Ερρίκος Σλήμαν δεν ήταν ο κλασικός αρχαιολόγος του πανεπιστημιακού γραφείου. Ήταν επιχειρηματίας, αυτοδημιούργητος, ανήσυχος, εμμονικός με την αρχαιότητα και παθιασμένος με τον Όμηρο.
Από μικρός μεγάλωσε με τις ιστορίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Για άλλους ήταν μύθοι. Για εκείνον ήταν χάρτες. Για άλλους η Τροία ήταν λογοτεχνικό σύμβολο. Για εκείνον ήταν τόπος πραγματικός, θαμμένος κάτω από χώμα, πέτρες και αιώνες.
Έμαθε ελληνικά, ταξίδεψε, σπούδασε, ήρθε στην Ελλάδα, παντρεύτηκε την Ελληνίδα Σοφία Εγκαστρωμένου και συνέδεσε τη ζωή του με το ελληνικό παρελθόν με τρόπο σχεδόν μυθιστορηματικό.
Δεν ήταν άγιος. Δεν ήταν αλάνθαστος. Η αρχαιολογική του μέθοδος έχει δεχθεί σοβαρή κριτική. Οι χειρισμοί του γύρω από τα ευρήματα της Τροίας ήταν προβληματικοί, ακόμη και σκανδαλώδεις. Όμως ένα δεν μπορεί να του αφαιρεθεί: πίστεψε με πάθος σε κάτι που άλλοι θεωρούσαν αδύνατο.
Και έσκαψε.
Ο Θησαυρός που βγήκε από τη γη και μπήκε στην παγκόσμια ιστορία
Στα τέλη Μαΐου του 1873, στον λόφο του Χισαρλίκ, εκεί όπου ο Σλήμαν αναζητούσε την Τροία, ήρθαν στο φως αντικείμενα που θα γίνονταν θρύλος.
Χρυσά διαδήματα, κύπελλα, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, κουμπιά, αγγεία, αντικείμενα που συγκρότησαν αυτό που έμεινε γνωστό ως Θησαυρός του Πριάμου.
Ο ίδιος πίστεψε ότι είχε βρει τον κόσμο του Πριάμου, του Έκτορα, της Ανδρομάχης, της ομηρικής Τροίας. Η μεταγενέστερη αρχαιολογική έρευνα έδειξε ότι τα ευρήματα ήταν πολύ παλαιότερα από την εποχή στην οποία τοποθετείται παραδοσιακά ο Τρωικός Πόλεμος. Αλλά αυτό δεν μείωσε την αξία τους.
Αντιθέτως, την αύξησε.
Διότι ο θησαυρός δεν ήταν απλώς «ομηρικός». Ήταν τεκμήριο ενός βαθύτερου, αρχαιότερου κόσμου. Μια υλική μαρτυρία πολιτισμών που προϋπήρχαν της κλασικής μνήμης και άνοιγαν ένα παράθυρο στην προϊστορία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Και τότε άρχισε η μεγάλη περιπέτεια.
Η Ελλάδα μπροστά στην ευκαιρία — και πίσω από τον φόβο
Ο Σλήμαν, ερχόμενος σε σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία για την τύχη των ευρημάτων, στράφηκε προς την Ελλάδα. Σύμφωνα με τη γνωστή αφήγηση, πρότεινε να δοθεί ο θησαυρός στο ελληνικό κράτος, να ανεγερθεί μουσείο με δικά του έξοδα, να εκτεθούν εκεί τα αντικείμενα και, μετά τον θάνατό του, να περιέλθουν στην Ελλάδα.
Η απαίτησή του ήταν το μουσείο να φέρει το όνομά του και να έχει εκείνος τη διαχείρισή του όσο ζούσε.
Η Ελλάδα του 19ου αιώνα όμως δεν είδε μπροστά της μια ιστορική ευκαιρία. Είδε μπελά. Είδε διπλωματικό κίνδυνο. Είδε την πιθανότητα ρήξης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Είδε έναν εκκεντρικό Γερμανό με «τσουκαλάκια».
Και εκεί βρίσκεται το μεγάλο πολιτικό και ιστορικό μάθημα.
Πόσες φορές ένα κράτος μικραίνει όχι επειδή δεν έχει πόρους, αλλά επειδή δεν έχει ορίζοντα; Πόσες φορές η Ιστορία περνά από την πόρτα και η διοίκηση την αντιμετωπίζει σαν ενόχληση; Πόσες φορές η γραφειοκρατία, ο φόβος και η μικροπολιτική νικούν τη διορατικότητα;
Στην υπόθεση Σλήμαν, η Ελλάδα δεν έχασε μόνο αντικείμενα. Έχασε συμβολικό κεφάλαιο. Έχασε την ευκαιρία να συνδέσει θεσμικά την Αθήνα με έναν από τους πιο μυθικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς του κόσμου.
Από την Αθήνα στο Βερολίνο και από εκεί στη Μόσχα
Αφού η Ελλάδα δεν έγινε ο τελικός προορισμός του θησαυρού, η συλλογή κατέληξε στο Βερολίνο. Εκεί φυλάχθηκε, εκτέθηκε, εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή αρχαιολογική αφήγηση και έγινε αντικείμενο θαυμασμού αλλά και διεκδικήσεων.
Ύστερα ήρθε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Ο θησαυρός κρύφτηκε σε καταφύγιο στο Βερολίνο. Το 1945, μετά την είσοδο του Κόκκινου Στρατού, μεταφέρθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Για δεκαετίες η τύχη του παρέμενε σχεδόν μυστηριώδης. Φήμες, σιωπή, υποθέσεις. Άλλοι πίστευαν ότι χάθηκε. Άλλοι ότι εκποιήθηκε. Άλλοι ότι καταστράφηκε.
Μέχρι που το 1993 ο Θησαυρός του Πριάμου εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο.
Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται στο Μουσείο Πούσκιν της Μόσχας, ενώ μικρότερα τμήματα εκτίθενται στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη.
Ένας θησαυρός που ξεκίνησε από το χώμα της Τροίας, πέρασε από την προσωπική φιλοδοξία του Σλήμαν, συγκρούστηκε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, απορρίφθηκε από την Ελλάδα, δοξάστηκε στη Γερμανία και κατέληξε στη Ρωσία.
Αν αυτό δεν είναι ιστορική ειρωνεία, τότε τι είναι;
Τα «τσουκαλάκια» που αποκάλυψαν μια ολόκληρη νοοτροπία
Η περίφημη φράση για τα «τσουκαλάκια», είτε αποδόθηκε ακριβώς είτε συμπυκνώνει το πνεύμα της εποχής, έχει σημασία γιατί αποκαλύπτει νοοτροπία.
Τη νοοτροπία ενός κράτους που δεν καταλαβαίνει πάντα τι κρατά στα χέρια του. Που άλλοτε υποτιμά τον πολιτισμό του και άλλοτε τον χρησιμοποιεί μόνο ως ρητορικό στολίδι. Που μπορεί να επικαλείται την αρχαιότητα στις εθνικές επετείους, αλλά να δυσκολεύεται να τη διαχειριστεί όταν η αρχαιότητα απαιτεί τόλμη, στρατηγική και θεσμική σοβαρότητα.
Η Ελλάδα αγαπά να λέει ότι είναι κοιτίδα πολιτισμού. Το ερώτημα είναι αν συμπεριφέρεται πάντα ως τέτοια.
Διότι πολιτισμός δεν είναι μόνο οι μνήμες. Είναι και οι αποφάσεις. Δεν είναι μόνο τα μάρμαρα και τα μουσεία. Είναι και η ικανότητα ενός κράτους να αναγνωρίζει την αξία πριν την αναγνωρίσουν όλοι οι άλλοι.
Το μάθημα του Σλήμαν
Ο Σλήμαν πέθανε το 1890 και τάφηκε στην Αθήνα, στο Α’ Κοιμητήριο, σε μνημείο που θυμίζει αρχαίο ελληνικό ναό, σχεδιασμένο από τον Ερνέστο Τσίλλερ.
Η Ελλάδα δεν κράτησε τον Θησαυρό του Πριάμου. Κράτησε όμως τον τάφο του ανθρώπου που τον ανακάλυψε.
Και αυτή η αντίφαση μοιάζει σχεδόν ποιητική.
Ο άνθρωπος που ονειρεύτηκε την Τροία, που πίστεψε στον Όμηρο, που έφερε στο φως έναν από τους διασημότερους θησαυρούς της αρχαιολογίας, αναπαύεται στην Αθήνα. Αλλά ο θησαυρός του ταξίδεψε αλλού.
Η ιστορία αυτή δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο αρχαιολογίας. Είναι ένα διαχρονικό ελληνικό μάθημα για τη χαμένη διορατικότητα, για τις φοβικές κυβερνήσεις, για τις μικρές αποφάσεις που παράγουν μεγάλες απώλειες.
Γιατί τα «τσουκαλάκια» του Σλήμαν δεν ήταν τσουκαλάκια.
Ήταν ένας θησαυρός που μπορούσε να αλλάξει τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο χάρτη της αρχαιολογίας.
Και η Ελλάδα, τότε, δεν τον είδε.

