Η επιστολή του 1948 από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν, τη Χάνα Άρεντ και άλλους κορυφαίους Εβραίους διανοουμένους δεν είναι μια ιστορική υποσημείωση. Είναι ένα πολιτικό ντοκουμέντο που επιστρέφει σήμερα σαν κατηγορώ απέναντι σε όσους παριστάνουν ότι δεν έβλεπαν, δεν ήξεραν, δεν άκουγαν.
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που ένα κείμενο παύει να είναι απλώς ένα κείμενο. Γίνεται προειδοποίηση. Γίνεται τεκμήριο. Γίνεται καθρέφτης. Και αποδεικνύεται, δεκαετίες αργότερα, πολύ πιο τίμιο από ολόκληρες κυβερνήσεις, στρατούς, διπλωματίες και μηχανισμούς προπαγάνδας.
Μία τέτοια στιγμή ήταν η δημόσια παρέμβαση του Άλμπερτ Αϊνστάιν, της Χάνα Άρεντ και άλλων επιφανών Εβραίων διανοουμένων τον Δεκέμβριο του 1948. Μόλις λίγους μήνες μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, ύψωσαν φωνή συναγερμού απέναντι στην άνοδο του Μεναχέμ Μπέγκιν και του πολιτικού χώρου που εκπροσωπούσε. Δεν μιλούσαν εχθροί των Εβραίων. Δεν μιλούσαν αρνητές του Ολοκαυτώματος. Δεν μιλούσαν άνθρωποι ξένοι προς το δράμα του εβραϊκού λαού. Μιλούσαν Εβραίοι διανοούμενοι, επιστήμονες, άνθρωποι του πνεύματος, που έβλεπαν να αναδύεται μέσα στο νεοσύστατο Ισραήλ ένα ρεύμα ακραίου εθνικισμού, πολιτικής βίας και αυταρχισμού.
Και το είπαν χωρίς περιστροφές.
Δεν κατήγγειλαν έναν “αντίπαλο”. Κατήγγειλαν μια πολιτική μετάλλαξη
Αυτό είναι που ενοχλεί περισσότερο μέχρι σήμερα. Όχι απλώς ότι διαφώνησαν. Αλλά ότι αναγνώρισαν εγκαίρως το τέρας. Ότι διέκριναν, πίσω από τα μεγάλα λόγια περί ελευθερίας και εθνικής σωτηρίας, τη γνώριμη μυρωδιά του φασισμού.
Η επιστολή εκείνη δεν ήταν μια ψυχρή ακαδημαϊκή τοποθέτηση. Ήταν πολιτική καταγγελία. Προειδοποιούσε ότι ο χώρος του Μπέγκιν, με ρίζες στην Irgun, δεν συνιστούσε μια συνηθισμένη δεξιά εθνική παράταξη, αλλά έναν φορέα τρομοκρατίας, σοβινισμού, μυστικιστικής εθνικής αποστολής και περιφρόνησης προς κάθε δημοκρατικό φραγμό.
Με άλλα λόγια: οι άνθρωποι αυτοί έβλεπαν ότι το τραύμα ενός λαού μπορούσε να μετατραπεί σε ιδεολογία κυριαρχίας. Ότι η ιστορική φρίκη που υπέστη ο εβραϊκός λαός δεν εγγυόταν από μόνη της ούτε ηθική ανωτερότητα ούτε πολιτική αθωότητα. Και ότι ένα κράτος που γεννιέται μέσα από το αίτημα της επιβίωσης μπορεί, αν παραδοθεί στον ακραίο εθνικισμό, να εξελιχθεί σε μηχανή βίας.

Το Ολοκαύτωμα δεν δίνει άδεια ηθικής ασυλίας
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του ζητήματος, όσο κι αν πολλοί τον αποφεύγουν με τρόμο ή υποκρισία. Το Ολοκαύτωμα υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ακριβώς γι’ αυτό, η μνήμη του δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πολιτική ασπίδα για κάθε πράξη κρατικής αυθαιρεσίας, εθνοκάθαρσης, κατοχής ή συλλογικής τιμωρίας.
Οι υπογράφοντες εκείνης της επιστολής δεν επιχείρησαν να αρνηθούν το δικαίωμα των Εβραίων στην ασφάλεια. Επιχείρησαν να προειδοποιήσουν ότι η ασφάλεια χωρίς δημοκρατία, χωρίς όρια, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς πολιτική ηθική, καταλήγει σε κάτι άλλο: σε οργανωμένη καταπίεση που αργά ή γρήγορα αυτονομιμοποιείται στο όνομα της Ιστορίας.
Και εδώ ακριβώς είναι η διαχρονική δύναμη του κειμένου τους. Μας υπενθυμίζει ότι κανένα θύμα δεν είναι μόνιμα αθώο όταν ασκεί εξουσία. Ότι καμία ιστορική τραγωδία δεν καθαγιάζει ένα κράτος. Ότι κανένα έθνος δεν εξαιρείται από τον πειρασμό του φασισμού.
Όσοι σήμερα σοκάρονται, ας διαβάσουν τι είχε ήδη ειπωθεί το 1948
Όσοι σήμερα ανακαλύπτουν με καθυστέρηση τη βία, τον μιλιταρισμό, τη λογική της εκδίκησης και την απανθρωποποίηση του άλλου στην ισραηλινή πολιτική, ας σταματήσουν να παριστάνουν τους ανήξερους. Οι προειδοποιήσεις είχαν διατυπωθεί από την πρώτη στιγμή. Και είχαν διατυπωθεί όχι από “εχθρούς του Ισραήλ”, αλλά από ανθρώπους που καταλάβαιναν ότι η ηθική έκπτωση αρχίζει όταν ο φόβος μετατρέπεται σε δόγμα και η μνήμη σε ιδιοκτησία της εξουσίας.
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο ότι υπήρξαν αυτές οι πρώιμες προειδοποιήσεις. Είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της Δύσης προτίμησε διαχρονικά να τις θάψει. Γιατί ήταν πιο εύκολο να επενδύει σε ένα αφήγημα απόλυτης αθωότητας, παρά να παραδεχτεί ότι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό οικοδόμημα υπήρχαν από την αρχή ισχυρά ρεύματα εθνοσοβινισμού και αυταρχισμού.
Και ακόμη χειρότερο: κάθε φορά που κάποιος τολμούσε να ανοίξει αυτή τη συζήτηση, υψωνόταν αμέσως ο γνώριμος μηχανισμός εκβιασμού. Σιωπή, ενοχή, ταύτιση της κριτικής με το μίσος, της ιστορικής ανάγνωσης με την εχθρότητα προς έναν λαό. Έτσι όμως δεν προστατεύεται η μνήμη. Έτσι ευτελίζεται.
Η ιστορία δεν γράφτηκε για να λιβανίζει κράτη, αλλά για να προειδοποιεί κοινωνίες
Η επιστολή του 1948 δεν είναι απλώς ένα ντοκουμέντο της εποχής. Είναι μια άβολη υπενθύμιση ότι ο φασισμός δεν έρχεται πάντα ντυμένος με τα σύμβολα που ήδη γνωρίζουμε. Μπορεί να έρθει τυλιγμένος με τον μανδύα της εθνικής επιβίωσης. Μπορεί να μιλά τη γλώσσα της ασφάλειας. Μπορεί να επικαλείται τον πόνο των θυμάτων για να νομιμοποιήσει νέες ιεραρχίες ζωής και θανάτου.
Εκεί ακριβώς κρίνονται οι κοινωνίες. Στο αν θα τολμήσουν να δουν τον κίνδυνο όταν ακόμη είναι πολιτικό ρεύμα και όχι καθεστώς. Στο αν θα ακούσουν τις προειδοποιήσεις όταν ακόμη ακούγονται υπερβολικές. Στο αν θα υπερασπιστούν την αλήθεια, ακόμη και όταν αυτή συγκρούεται με βολικούς μύθους.
Και η αλήθεια είναι μία: όταν άνθρωποι όπως ο Αϊνστάιν και η Άρεντ ένιωσαν την ανάγκη να μιλήσουν δημόσια τόσο νωρίς, τόσο καθαρά και τόσο σκληρά, δεν το έκαναν από ιδεολογική ιδιοτροπία. Το έκαναν γιατί έβλεπαν μπροστά. Και γιατί καταλάβαιναν ότι η μεγαλύτερη προδοσία απέναντι στα θύματα της Ιστορίας είναι να χρησιμοποιείται ο πόνος τους ως άλλοθι για τη γέννηση νέας βαρβαρότητας.
Το πιο ανατριχιαστικό στην επιστολή του 1948 δεν είναι ότι γράφτηκε. Είναι ότι επιβεβαιώνει πως η Ιστορία είχε ήδη προειδοποιήσει. Κι όμως, ο κόσμος προτίμησε να μην ακούσει. Γιατί κάθε εξουσία λατρεύει τους νεκρούς μόνο όταν αυτοί δεν μιλούν. Και γιατί κάθε φασισμός, για να μεγαλώσει, χρειάζεται πρώτα μια βολική σιωπή.

