«Να πάρουν τα τρακτέρ τους και να αποχωρήσουν», είπες. Με το γνωστό ύφος του ανθρώπου που δεν έχει ιδρώσει ποτέ για το ψωμί του, αλλά έχει ιδρώσει πολλές φορές για να μη χαλάσει η “κανονικότητα” των ισχυρών. Κατέβασες λίγο τα γυαλιά, κοίταξες τον φακό — λες και ο φακός είναι χωράφι κι εσύ ο επιστάτης — και μοίρασες εντολές.
Να φύγουν. Και να πάνε πού;
Να γυρίσουν άπραγοι στα χωριά τους, να καταπιούν την ταπείνωση, να καταπιούν κι άλλο χρέος, κι άλλη κοροϊδία, κι άλλη “αντοχή”; Να πάνε πίσω σε μια ζωή που δεν αντέχεται; Να δώσουν αναφορά στις μανάδες τους που τους ξεπροβόδισαν σαν να πήγαιναν σε πόλεμο; Να κοιτάξουν στα μάτια τα παιδιά τους που ρωτούν “τι θα γίνει τώρα;” και να απαντήσουν “τίποτα, έτσι είναι η αγορά”; Να ζητήσουν συγγνώμη από όσους δουλεύουν και στενάζουν και περίμεναν να δουν επιτέλους κάποιον να μην σκύβει το κεφάλι;
Να φύγουν να πάνε πού, κύριε Πρετεντέρη;
Πίσω στη ζωή που δεν ξέρεις — γιατί δεν την έζησες ποτέ. Εσύ δεν ζεις στα αλώνια, ζεις στα σαλόνια. Δεν μετράς τα καύσιμα με το σταγονόμετρο, μετράς τις λέξεις σου με βάση το ποιος πληρώνει το στούντιο. Δεν ξέρεις τι θα πει να δουλεύεις σαν το σκυλί και να μην μπορείς να ζήσεις σαν άνθρωπος. Δεν ξέρεις τι θα πει να παράγεις τροφή για μια χώρα ολόκληρη και στο τέλος του μήνα να μην έχεις ούτε για το σούπερ μάρκετ. Δεν ξέρεις τι θα πει να μη σου περισσεύει ούτε ένα ευρώ για ένα τσίπουρο στο καφενείο, γιατί δεν πηγαίνεις σε καφενεία— εσύ πηγαίνεις εκεί που οι λογαριασμοί δεν σε αφορούν. Δεν ξέρεις τι θα πει να θες να σπουδάσεις το παιδί σου και να σε κοιτάει η τσέπη σου ειρωνικά.
Όμως, το πρόβλημα δεν είσαι εσύ.
Εσύ είσαι απλώς το μικρόφωνο. Το πρόβλημα είναι αυτό που υπηρετείς: μια εξουσία που θέλει τους αγρότες σιωπηλούς, διασπασμένους, φοβισμένους και — ιδανικά — εξαφανισμένους. Στην αρχή κρατήσατε μικρό καλάθι. Περιμένατε να δείτε αν θα “δέσει” το πράγμα, αν θα οργανωθούν, αν θα κουραστούν, αν θα τους φάνε οι μέρες και τα πρόστιμα και η λάσπη. Όταν όμως είδατε ότι δεν λύγισαν, όταν αντιληφθήκατε ότι η κινητοποίηση θέριεψε και — το χειρότερο για εσάς — ότι ο λαός τους κοιτάει με συμπάθεια και στήριξη, τότε λυσσάξατε.
Και λυσσάξατε όχι επειδή νοιάζεστε για την κοινωνική ομαλότητα, αλλά επειδή τρέμετε την κοινωνική αφύπνιση.
Και ξέρεις κάτι, κύριε Πρετεντέρη; Ούτε καν αυτό δεν σας βγαίνει πια. Γιατί δεν πείθετε. Δεν επηρεάζετε. Δεν “ορίζετε” το κλίμα όπως παλιά. Οι αγρότες σας ξέρουν. Σας έχουν δει δεκάδες φορές: κάθε φορά που στήνονται μπλόκα, τα ίδια λόγια, οι ίδιες νουθεσίες, οι ίδιες απειλές με γραβάτα. Και ξέρουν επίσης ότι μιλάτε “τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι”. Μπορεί να φοράτε κουστούμι, μπορεί να κάνετε τον “καμπόσο”, αλλά στην πραγματικότητα δεν είστε παρά υπάλληλοι της ταξικής εξουσίας — οι πρόθυμοι μεταφραστές της κυβερνητικής γραμμής προς τα κάτω.
Και τώρα ας μιλήσουμε καθαρά.
Μην περιμένεις να κάνουν πίσω οι αγρότες. Πίσω τους είναι ο γκρεμός. Και όταν πίσω σου είναι ο γκρεμός, δεν έχεις την πολυτέλεια της υποχώρησης. Μην ελπίζεις ότι θα φοβηθούν. Όταν η μάχη είναι για το αν θα ζήσεις ή θα πεθάνεις οικονομικά, ο φόβος γίνεται πολυτέλεια. Μην καρτεράς να λυγίσουν. Αυτοί έχουν μάθει να καλλιεργούν στη παγωνιά και στο καμίνι, να δουλεύουν όλο το 24ωρο, να σηκώνουν βάρη που ούτε τα δελτία σας δεν μπορούν να περιγράψουν. Αυτοί ξέρουν από αντοχή — εσείς ξέρετε από αφηγήματα.
Μην προσδοκάς ότι θα απογοητευτούν. Όταν έχεις θέρμη στην καρδιά, πίστη στο δίκιο σου και δίπλα σου τον ώμο του συναγωνιστή — και από πίσω σου το στήριγμα του λαού — η απογοήτευση δεν σε παίρνει. Σε παίρνει μόνο η απόφαση: ή θα σταθείς όρθιος ή θα σε πατήσουν.
Οπότε, όχι κύριε Πρετεντέρη. Δεν θα “φύγουν”.
Γιατί δεν έχουν πού να πάνε — παρά μόνο μπροστά.

