Δικαστικό Μέγαρο Χαλκίδας: όταν οι ερωτήσεις για το δημόσιο χρήμα δεν «σβήνουν» με χαρτόσημα.
Υπάρχουν δύο δρόμοι, όταν η δημόσια δαπάνη γίνεται θέμα: ο δρόμος της διαφάνειας και ο δρόμος του εκφοβισμού.
Ο πρώτος θέλει έγγραφα. Ο δεύτερος θέλει δικόγραφα.
Στην Εύβοια, σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί και συζητηθεί τις τελευταίες εβδομάδες, το σκηνικό ήταν γνώριμο: δημοσιεύματα που άγγιξαν απευθείας αναθέσεις και «στενές» σχέσεις με πρόσωπα του περιβάλλοντος της δημοτικής εξουσίας, και στη συνέχεια μια προσπάθεια να επιβληθεί «σιγή ασυρμάτου» με αγωγές σε δημοσιογράφους.
Μόνο που, όπως αναφέρεται, οι δύο πρώτες αγωγές δεν προχώρησαν όπως θα ήθελαν οι εμπνευστές τους, καθώς υπήρξαν απορριπτικές κρίσεις από τα δικαστήρια της Χαλκίδας. Και αυτό, σε μια τοπική κοινωνία που έχει κουραστεί να βλέπει «υπογραφές να τρέχουν» και ερωτήσεις να βαφτίζονται «προσβολές», είναι είδηση με πολιτικό βάρος.
Όταν σε ρωτούν για αναθέσεις, δεν απαντάς με μηνύσεις
Ας το πούμε καθαρά: αν κάποιος θεωρεί ότι αδικήθηκε από δημοσίευμα, έχει δικαιώματα. Όμως, όταν το αντικείμενο είναι δημόσιες δαπάνες, η ισχυρότερη απάντηση δεν είναι η απειλή αποζημιώσεων. Είναι η τεκμηρίωση.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι «ποιος θίχτηκε». Το ερώτημα είναι:
- Τι ανατέθηκε και με ποιο αντικείμενο.
- Γιατί επιλέχθηκε απευθείας διαδικασία.
- Ποια ήταν η υπηρεσιακή αιτιολόγηση.
- Ποια παραδοτέα υπήρξαν και πώς πιστοποιήθηκαν.
- Ποιος υπέγραψε, ποιος παρέλαβε, ποιος πλήρωσε.
Αυτά δεν είναι «κακεντρέχεια». Είναι ο στοιχειώδης δημόσιος έλεγχος.
Το καυτό σημείο: ποιος είχε το κίνητρο της «βιομηχανίας» αγωγών;
Εδώ βρίσκεται η ουσία και εδώ γεννιούνται τα ερωτήματα που δεν απαντιούνται με ένδικα μέσα.
- Ήταν οι αγωγές προσωπική πρωτοβουλία «ευθιξίας»;
- Ή μήπως χρησιμοποιήθηκαν ως πολιορκητικός κριός για να σταματήσουν ενοχλητικές αποκαλύψεις;
- Και γιατί, αντί να δοθεί δημόσια απάντηση με έγγραφα, επελέγη η οδός του κόστους, της ταλαιπωρίας και της πίεσης;
Διότι, όταν το πρώτο αντανακλαστικό είναι το δικαστήριο και όχι η διαφάνεια, το μήνυμα που φεύγει προς την κοινωνία είναι απλό: δεν τους πονάει η «συκοφαντία», τους πονάει η συζήτηση.
Οι ερωτήσεις που δεν «θάβονται» με χαρτόσημο
Αν όλα είναι καθαρά, υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που μπορούν να ειπωθούν δημόσια — χωρίς φωνές και χωρίς απειλές:
- Πόσες απευθείας αναθέσεις έγιναν και σε ποιο χρονικό διάστημα;
- Υπήρξε επανάληψη αναθέσεων στους ίδιους αποδέκτες;
- Υπήρξε έρευνα αγοράς/σύγκριση τιμών ή ισοδύναμη τεκμηρίωση;
- Πού είναι τα παραδοτέα, ώστε να τα δει ο πολίτης;
- Ποια υπηρεσία εισηγήθηκε και ποιος υπέγραψε την απόφαση;
- Ποιος πιστοποίησε και ποιος παρέλαβε;
Η δημοσιογραφία δεν ζητά «χάρες». Ζητά απαντήσεις για χρήματα που δεν είναι ιδιωτικά. Είναι χρήματα των δημοτών.
Και τώρα τι;
Τώρα που, κατά τα αναφερόμενα, οι πρώτες αγωγές «σκόνταψαν» στη Χαλκίδα, μένουν δύο ενδεχόμενα:
ή οι εναπομείνασες θα έχουν αντίστοιχη τύχη, ή το σύστημα θα αναζητήσει άλλο τρόπο να μειώσει τον θόρυβο.
Όπως κι αν εξελιχθεί, ένα συμπέρασμα δεν αλλάζει: ο έλεγχος του δημόσιου χρήματος δεν είναι προσβολή. Είναι υποχρέωση. Και η προσπάθεια να μετατραπεί η κριτική σε «φόβητρο» δεν είναι ένδειξη ισχύος. Είναι ένδειξη αμηχανίας.
Γιατί, όπως λένε και στους διαδρόμους του δικαστικού μεγάρου:
το φως της δημοσιότητας δεν φοβάται το χαρτόσημο.
Δικαίωμα απάντησης
Κάθε εμπλεκόμενος/η έχει δικαίωμα απάντησης. Οποιαδήποτε τεκμηριωμένη απάντηση (έγγραφα, αποφάσεις, παραδοτέα) θα δημοσιευθεί αυτούσια.
Νομική σημείωση
Το κείμενο αποτελεί δημοσιογραφικό σχολιασμό για ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος (διαχείριση δημοτικών δαπανών/απευθείας αναθέσεις και δικαστικές ενέργειες κατά δημοσιογράφων), χωρίς ισχυρισμούς περί τέλεσης ποινικών αδικημάτων και με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.

