Η κυβέρνηση επιχείρησε να πουλήσει ως κοινωνική παρέμβαση ένα πακέτο 300 εκατ. ευρώ, την ώρα που το ίδιο το κράτος θησαυρίζει από την ακρίβεια, τον ΦΠΑ και τους έμμεσους φόρους. Το ερώτημα δεν είναι αν δίνει κάτι. Το ερώτημα είναι πόσα έχει ήδη πάρει, από ποιους τα έχει πάρει και γιατί τα επιστρέφει σε δόσεις ελεημοσύνης, βαφτίζοντάς τα «στήριξη».
Το fact-check εδώ δεν αθωώνει την κυβέρνηση. Το αντίθετο. Της αφαιρεί μόνο τα ψεύτικα καταφύγια και αφήνει γυμνό τον πυρήνα της πολιτικής της: υπερφορολόγηση της κοινωνίας, στοχευμένα ψίχουλα μετά και επικοινωνιακή διαχείριση της οργής.
Τι ισχύει
Ισχύει ότι το κράτος εισπράττει τεράστια ποσά από έμμεσους φόρους και επιστρέφει ένα απείρως μικρότερο μέρος στους πολίτες ως «ανακούφιση». Η μεγάλη εικόνα είναι αδιαμφισβήτητη: η κυβέρνηση στηρίζει τον προϋπολογισμό της πάνω στην κατανάλωση, δηλαδή πάνω στην τσέπη του απλού πολίτη, και όταν η κοινωνική πίεση φτάνει στο κόκκινο, ανοίγει για λίγο το συρτάρι των επιδοτήσεων.
Ισχύει επίσης ότι ο ΦΠΑ έχει μετατραπεί στον μεγάλο αφαίμακτη του εισοδήματος. Όσο ανεβαίνουν οι τιμές, τόσο φουσκώνουν τα έσοδα του κράτους. Όσο βαθαίνει η ακρίβεια, τόσο πιο βολικός γίνεται ο πληθωρισμός για ένα σύστημα που φορολογεί την ανάγκη, την κατανάλωση και την καθημερινή επιβίωση.
Ισχύει ακόμη ότι τα χρόνια της ενεργειακής αναταραχής γέννησαν τεράστια κέρδη στα διυλιστήρια και ευρύτερα στον ενεργειακό τομέα. Δηλαδή, την ώρα που τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίοι πνίγονταν από καύσιμα, ρεύμα και μεταφορές, στην κορυφή της πυραμίδας γράφονταν επιδόσεις-ρεκόρ. Το κράτος το γνώριζε, το έβλεπε και παρ’ όλα αυτά επέλεξε να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να σπάσει πραγματικά τον μηχανισμό αισχροκέρδειας και φορολογικής λεηλασίας.
Τι φουσκώνει
Εδώ χρειάζεται ακρίβεια για να μη χαρίζεται η επιχειρηματολογία στον αντίπαλο. Δεν είναι σωστό να ταυτίζονται όλα τα έσοδα από Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης αποκλειστικά με τα καύσιμα, λες και ολόκληρο το ποσό προέρχεται μόνο από την αντλία. Η πολιτική ουσία μένει ίδια, αλλά η τεχνική διατύπωση θέλει προσοχή. Όταν ένα επιχείρημα είναι ήδη δυνατό, δεν χρειάζεται αριθμητικά μπαλώματα.
Φουσκώνει επίσης η σύγκριση όταν παρουσιάζεται το πακέτο των 300 εκατ. σαν να πρόκειται για ετήσια, στρατηγική κοινωνική πολιτική. Δεν είναι. Πρόκειται για περιορισμένη, πρόσκαιρη παρέμβαση, με καθαρά επικοινωνιακό αποτύπωμα. Άρα η ουσιαστική κατηγορία δεν είναι ότι «δεν δίνει τίποτα», αλλά ότι δίνει επιλεκτικά, μετρημένα και προσωρινά, ενώ η φορολογική αιμορραγία είναι μόνιμη, γενικευμένη και αδιάκοπη.
Φουσκώνει τέλος και το σύνθημα ότι από κάθε αύξηση μισθού «τα μισά τα παίρνει το κράτος» όταν αυτό προβάλλεται σαν οριζόντια, καθολική αλήθεια για όλες τις περιπτώσεις. Το πραγματικό, όμως, πολιτικό συμπέρασμα δεν αλλάζει: η κυβέρνηση βαφτίζει ενίσχυση μια διαδικασία στην οποία η μία τσέπη του πολίτη γεμίζει λίγο και η άλλη αδειάζει αμέσως από φόρους, εισφορές και ακρίβεια.
Τι πολιτικά κρύβεται
Εδώ βρίσκεται όλο το δηλητήριο της υπόθεσης. Η κυβέρνηση δεν απέτυχε να μειώσει πραγματικά το βάρος των έμμεσων φόρων. Επέλεξε να μην το κάνει. Αυτό είναι το κρυφό της σχέδιο: να κρατά ψηλά τη δημοσιονομική είσπραξη μέσω ΦΠΑ, ΕΦΚ και γενικευμένης ακρίβειας και μετά να παρεμβαίνει ως προστάτης, επιστρέφοντας ελάχιστο μέρος από όσα έχει ήδη αφαιμάξει.
Πρόκειται για καθαρό πολιτικό μοντέλο. Πρώτα αφήνεις την κοινωνία να πληρώσει πανάκριβα βενζίνη, τρόφιμα, μεταφορές και βασικά αγαθά. Μετά εμφανίζεσαι με ένα pass, μια επιδότηση, μια ενίσχυση λίγων εβδομάδων, και ζητάς ευγνωμοσύνη. Δεν είναι μέριμνα. Είναι μηχανισμός ελέγχου της κοινωνικής οργής.
Κρύβεται επίσης η στρατηγική συμμαχία του κράτους με τους ισχυρούς της αγοράς. Όταν οι πολίτες εξοντώνονται από τις τιμές και ταυτόχρονα τα δημόσια ταμεία γεμίζουν, το σύστημα λειτουργεί άψογα για όσους βρίσκονται στην κορυφή. Το πρόβλημα δεν είναι δυσλειτουργία. Είναι η ίδια η αρχιτεκτονική του μοντέλου: το κράτος παίρνει, οι μεγάλοι αντέχουν ή κερδίζουν, και η κοινωνία παίρνει πίσω μόνο ό,τι χρειάζεται για να μη σπάσει εντελώς.
Και πίσω από όλα αυτά κρύβεται το μεγάλο ψέμα περί «στήριξης της μεσαίας τάξης». Ποια στήριξη; Όταν η μεσαία τάξη πληρώνει τον πληθωρισμό στο ράφι, τον ΦΠΑ στο ταμείο, το κόστος ενέργειας στον λογαριασμό, τα καύσιμα στο ρεζερβουάρ και μετά ακούει πανηγυρικά ότι της επιστρέφεται ένα μικρό κλάσμα από όσα έχασε, δεν μιλάμε για στήριξη. Μιλάμε για πολιτικό εμπαιγμό.
Δεν είναι ότι η κυβέρνηση δίνει λίγα. Είναι ότι πρώτα παίρνει πάρα πολλά και μετά βαφτίζει «κοινωνική ευαισθησία» την επιστροφή ψιχίων. Αυτό δεν είναι πολιτική ανακούφισης. Είναι φορολογική αρπαγή με επικοινωνιακό μακιγιάζ. Και όσο η κοινωνία πληρώνει ολόκληρο το κόστος της κρίσης για να διατηρεί το κράτος τα έσοδά του και οι ισχυροί τα περιθώριά τους, κάθε τέτοιο πακέτο δεν θα μοιάζει με στήριξη, αλλά με προσβολή.

