Τα 112 παντοπωλεία υπηκόων Μπανγκλαντές δεν αποτελούν από μόνα τους παρανομία. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι κανείς δεν απαντά ποιος ελέγχει τη φορολογική συμμόρφωση, την εργασία, τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και την οικονομική ερήμωση ολόκληρων συνοικιών.
Ένα οδοιπορικό των «ΝΕΩΝ» στην Κυψέλη, στα Πατήσια, στην Αχαρνών και γύρω από την Ομόνοια καταγράφει τη ριζική μεταβολή της κοινωνικής και εμπορικής φυσιογνωμίας του κέντρου της Αθήνας.
Πίσω όμως από τις πολύχρωμες περιγραφές, τις ξενόγλωσσες επιγραφές και τις ανθρώπινες ιστορίες υπάρχουν αριθμοί που απαιτούν σοβαρές απαντήσεις.
Στον Δήμο Αθηναίων καταγράφονται 5.161 ΑΦΜ επιχειρήσεων αλλοδαπών ιδιοκτητών. Αντιστοιχούν στο 14% των συνολικά 37.530 ενεργών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τα στοιχεία του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται 112 παντοπωλεία που λειτουργούν υπήκοοι Μπανγκλαντές σε ολόκληρο τον Δήμο Αθηναίων. Το σχετικό δημοσίευμα των «ΝΕΩΝ»
Οι αριθμοί αυτοί δεν αποδεικνύουν παρανομία. Αποδεικνύουν, όμως, ότι έχει δημιουργηθεί μια εξαιρετικά μεγάλη και συγκεντρωμένη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία το κράτος οφείλει να παρουσιάσει πλήρη εικόνα και όχι τουριστικές περιγραφές περί «πολυπολιτισμικότητας».
Ποιος ελέγχει τις 5.161 επιχειρήσεις;
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι η εθνικότητα του καταστηματάρχη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν εφαρμόζονται ακριβώς οι ίδιοι κανόνες για όλους.
Πόσες από αυτές τις επιχειρήσεις:
- υποβάλλουν κανονικά φορολογικές δηλώσεις και αποδίδουν ΦΠΑ;
- διαθέτουν ταμειακές μηχανές και διασύνδεση με το myDATA;
- απασχολούν δηλωμένους εργαζομένους;
- έχουν ελεγχθεί από την Επιθεώρηση Εργασίας, την ΑΑΔΕ, τον ΕΦΚΑ και τις υγειονομικές υπηρεσίες;
- διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες λειτουργίας;
- εμφανίζουν τον πραγματικό ιδιοκτήτη και πραγματικό δικαιούχο;
- έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο;
- εξακολουθούν να λειτουργούν ενώ δεν είναι καταχωρισμένες στο αρμόδιο Επιμελητήριο;
Το ίδιο το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι μεγαλύτερος, καθώς στο παρελθόν εμφανίζονταν στα χαρτιά Έλληνες ιδιοκτήτες, ενώ τις επιχειρήσεις διαχειρίζονταν αλλοδαποί. Πρόκειται για ισχυρισμό που, εφόσον ευσταθεί, δεν μπορεί να περνά ως δημοσιογραφική υποσημείωση. Απαιτεί διασταύρωση και ελέγχους.
Άλλο η νόμιμη επιχειρηματικότητα και άλλο η ασυδοσία
Κανείς δεν δικαιούται να κλείσει ένα κατάστημα επειδή ο ιδιοκτήτης του είναι Αλβανός, Μπανγκλαντεσιανός, Πακιστανός ή Έλληνας. Ούτε ο αριθμός των παντοπωλείων καθορίζεται διοικητικά με βάση το τι θεωρεί κάποιος «χρήσιμο».
Όταν, όμως, σε συγκεκριμένους δρόμους συσσωρεύονται δεκάδες σχεδόν πανομοιότυπες επιχειρήσεις, ενώ οι παλιές δραστηριότητες εξαφανίζονται, δημιουργείται εύλογο ζήτημα για τις συνθήκες ανταγωνισμού, τα πραγματικά εισοδήματα, τις πηγές χρηματοδότησης και την τήρηση της νομοθεσίας.
Δεν μπορεί μια κανονική επιχείρηση, που πληρώνει φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, προσωπικό, άδειες και λογιστή, να ανταγωνίζεται καταστήματα τα οποία –εάν και όπου αυτό αποδεικνύεται– λειτουργούν με αδήλωτη εργασία, φοροδιαφυγή ή παραβίαση των κανόνων.
Η απάντηση δεν είναι να στοχοποιηθούν συλλήβδην οι αλλοδαποί επιχειρηματίες. Η απάντηση είναι εξονυχιστικοί και ισότιμοι έλεγχοι. Χωρίς «άβατα», χωρίς πολιτικές φοβίες και χωρίς εκπτώσεις στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης ανεκτικότητας.
Ο αριθμός των 971.036 χρειάζεται ανάλυση
Στο γράφημα του δημοσιεύματος εμφανίζεται ο αριθμός των 971.036 νόμιμα διαμενόντων μεταναστών, ένας αριθμός που πλησιάζει το 10% του πληθυσμού.
Ένας τέτοιος συγκεντρωτικός αριθμός, όμως, δεν αρκεί. Πρέπει να διευκρινιστεί ποιες ακριβώς κατηγορίες περιλαμβάνει: άδειες διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών, πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναγνωρισμένους πρόσφυγες, δικαιούχους προσωρινής προστασίας ή άλλες κατηγορίες.
Πρέπει επίσης να δημοσιοποιηθούν συγκεντρωτικά στοιχεία για το πόσοι εργάζονται, πόσοι είναι οικονομικά ανενεργοί, πόσοι καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, πόσοι λαμβάνουν παροχές και σε ποιους κλάδους υπάρχει πραγματική ανάγκη εργατικού δυναμικού. Το ίδιο το υπουργείο δημοσιεύει στοιχεία νόμιμης μετανάστευσης ανά μήνα, γεγονός που σημαίνει ότι η Πολιτεία διαθέτει τα δεδομένα και μπορεί να δώσει καθαρές απαντήσεις. Στατιστικά υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου
Μεταναστευτική πολιτική χωρίς σύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας δεν είναι πολιτική. Είναι διαχείριση αριθμών χωρίς σχέδιο.
Οι γειτονιές δεν εγκαταλείφθηκαν μόνες τους
Η αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης του κέντρου δεν εξηγείται μόνο από την παρουσία μεταναστών. Προηγήθηκαν η εγκατάλειψη των δημόσιων χώρων, η εγκληματικότητα, η διακίνηση ναρκωτικών, η υποβάθμιση των κτιρίων, η απουσία αστυνόμευσης και η αδυναμία του Δήμου και του κράτους να κρατήσουν τις συνοικίες λειτουργικές.
Οι Έλληνες κάτοικοι δεν πρέπει να αισθάνονται ξένοι στον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Ούτε, όμως, μπορεί κάθε νόμιμος αλλοδαπός επαγγελματίας να αντιμετωπίζεται εκ προοιμίου ως φοροφυγάς ή υπεύθυνος για την κατάρρευση μιας ολόκληρης περιοχής.
Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως σε ένα κράτος που άφησε τις γειτονιές χωρίς κανόνες, χωρίς έλεγχο και χωρίς σχέδιο ένταξης. Και τώρα παρουσιάζει το αποτέλεσμα σαν ένα ενδιαφέρον κοινωνικό πείραμα.
Η Αθήνα δεν χρειάζεται ούτε ξενοφοβία ούτε ωραιοποίηση. Χρειάζεται καταγραφή, ελέγχους, ισονομία και ξεκάθαρη μεταναστευτική πολιτική.
Γιατί η διαφορετικότητα χωρίς κανόνες δεν δημιουργεί πολυπολιτισμική πόλη. Δημιουργεί παράλληλες κοινωνίες, οικονομικά άβατα και γειτονιές που το ίδιο το κράτος εγκατέλειψε στην τύχη τους.

