Η αλήθεια πίσω από τον ισχυρισμό ότι η κυβέρνηση δεν υπέβαλε αίτημα για τα ευρωπαϊκά κονδύλια
Ένα ιδιαίτερα σοβαρό θέμα κυκλοφορεί τις τελευταίες ώρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθεσε 8,1 δισ. ευρώ για τη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων, αλλά η Ελλάδα δεν πήρε ούτε ένα ευρώ επειδή η κυβέρνηση δεν υπέβαλε αίτημα.
Η πραγματικότητα είναι εξίσου ανησυχητική, αλλά χρειάζεται ακρίβεια.
Τα 8,1 δισ. ευρώ δεν αποτελούσαν ένα ξεχωριστό πρόγραμμα του 2025, στο οποίο οι κυβερνήσεις υπέβαλαν μια απλή αίτηση χρηματοδότησης. Πρόκειται για το συνολικό ύψος των μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που εντάχθηκαν από κράτη-μέλη στα εθνικά τους Σχέδια Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.
Στον επίσημο πίνακα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφονται σχετικές δαπάνες σε 15 κράτη-μέλη:
- Ισπανία: 2,395 δισ. ευρώ
- Πολωνία: 2,127 δισ. ευρώ
- Γαλλία: 1,5 δισ. ευρώ
- Ιταλία: 547,5 εκατ. ευρώ
- Σουηδία: 451,9 εκατ. ευρώ
- Βουλγαρία: 339,1 εκατ. ευρώ
- Σλοβακία: 301,4 εκατ. ευρώ
- και μικρότερα ποσά σε Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία, Βέλγιο, Κροατία, Λετονία, Κύπρο και Λιθουανία.
Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται στον συγκεκριμένο πίνακα με δαπάνη χαρακτηρισμένη ως μακροχρόνια φροντίδα.
Δεν «χάθηκε μια αίτηση» – χάθηκε μια πολιτική προτεραιότητα
Επομένως, δεν τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός ότι υπήρχε ένα ειδικό πρόγραμμα και η ελληνική κυβέρνηση απλώς «ξέχασε» να υποβάλει αίτηση.
Τεκμηριώνεται, όμως, κάτι πολιτικά εξαιρετικά σοβαρότερο: όταν σχεδιαζόταν και αναθεωρούνταν το ελληνικό Ταμείο Ανάκαμψης, η χώρα δεν εξασφάλισε διακριτή και καταγεγραμμένη χρηματοδότηση για τη μακροχρόνια φροντίδα αντίστοιχη με εκείνη που εξασφάλισαν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Το ελληνικό σχέδιο εγκρίθηκε το 2021 και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε επανειλημμένα. Συνεπώς, υπήρχε ο πολιτικός και διοικητικός χώρος ώστε η φροντίδα ηλικιωμένων, χρονίως πασχόντων και ανθρώπων που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν να αναδειχθεί σε κεντρική επενδυτική προτεραιότητα.
Ελλάδα: μόλις 0,1% του ΑΕΠ
Η απουσία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το ΙΟΒΕ, οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούσαν μόλις στο 0,1% του ΑΕΠ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 1,7%. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών.
Την ίδια στιγμή, οι ανάγκες αυξάνονται. Ο πληθυσμός γερνά, οι οικογένειες δυσκολεύονται να αναλάβουν μόνες τους τη φροντίδα των ηλικιωμένων και οι δημόσιες υπηρεσίες κατ’ οίκον υποστήριξης παραμένουν περιορισμένες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέχει σήμερα τεχνική υποστήριξη στο ελληνικό υπουργείο για τη δημιουργία ενός νέου, προσωποκεντρικού μοντέλου φροντίδας στο σπίτι και στην κοινότητα. Πρόκειται, όμως, για υποστήριξη σχεδιασμού και μεταρρύθμισης και όχι για συμμετοχή της Ελλάδας στα 8,1 δισ. ευρώ που εμφανίζονται στον συγκεκριμένο πίνακα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν υποβλήθηκε ή όχι κάποια αίτηση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Γιατί η μακροχρόνια φροντίδα των ηλικιωμένων δεν αποτέλεσε χρηματοδοτική προτεραιότητα του ελληνικού Ταμείου Ανάκαμψης, όταν άλλες χώρες εξασφάλισαν εκατοντάδες εκατομμύρια ή ακόμη και δισεκατομμύρια ευρώ;
Δισεκατομμύρια κατευθύνθηκαν σε επενδύσεις, ψηφιακά έργα και επιχειρηματικά προγράμματα. Για τους ηλικιωμένους, τους χρονίως πάσχοντες και τις οικογένειες που σηκώνουν μόνες τους το βάρος της φροντίδας, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σχεδόν στον πάτο της Ευρώπης.
Ο ισχυρισμός περί “ξεχασμένης αίτησης” είναι ανακριβής. Η πολιτική εγκατάλειψη της μακροχρόνιας φροντίδας, όμως, είναι απολύτως πραγματική.

