Για πολλά χρόνια, αν με ρωτούσε κανείς πού τοποθετούμαι πολιτικά, η απάντηση ερχόταν σχεδόν αυτόματα: κεντροαριστερά, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος με κανόνες. Όχι από μόδα ή κομματική ένταξη, αλλά από μια βασική πεποίθηση: ότι μια οργανωμένη κοινωνία οφείλει να προστατεύει τους αδύναμους, να εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες και να μην αφήνει την αγορά να ρυθμίζει τα πάντα.
Δεν πίστεψα ποτέ στον κοινωνικό δαρβινισμό. Ξέρω καλά πως, πέρα από την προσπάθεια και την ικανότητα, ρόλο παίζουν η τύχη, οι συγκυρίες, η οικογένεια, το περιβάλλον. Και γι’ αυτό θεωρούσα αυτονόητο ότι ένα κράτος δικαίου πρέπει να διαθέτει δίχτυ ασφαλείας: για την υγεία, την παιδεία, τα παιδιά, την εργασία, όσους πραγματικά δεν μπορούν.
Αυτή η θέση δεν άλλαξε. Αυτό που άλλαξε –και μάλιστα δραματικά– ήταν η πραγματικότητα.
Για δεκαετίες πληρώσαμε φόρους και εισφορές με την υπόσχεση ενός κοινωνικού κράτους. Και οι περισσότεροι τα πληρώσαμε χωρίς γκρίνια. Πιστεύοντας ότι χρηματοδοτούμε άμυνα, ασφάλεια, υποδομές, δημόσια παιδεία, υγεία, κοινωνική προστασία. Πιστεύοντας ότι τα χρήματά μας πιάνουν τόπο.
Αντί γι’ αυτό, χρηματοδοτήσαμε:
- συντάξεις-φαντάσματα και «αναπηρίες» κατά παραγγελία,
- έργα με μίζες και υπερκοστολογήσεις,
- ένα κράτος-λάφυρο, όπου οι διορισμοί ήταν νόμισμα πολιτικής επιβίωσης,
- μια Δικαιοσύνη αργή και απροσπέλαστη για τον αδύναμο,
- μια παιδεία που παρήγαγε τίτλους χωρίς περιεχόμενο,
- ανοχή στη βία, την αυθαιρεσία και την ανομία στο όνομα ιδεοληψιών,
- γραφειοκρατία σχεδιασμένη όχι για να υπηρετεί τον πολίτη, αλλά για να καλύπτει ευθύνες.
Το αποκορύφωμα ήταν η πλήρης διαστρέβλωση της έννοιας της «κοινωνικής ευαλωτότητας». Ευάλωτος βαφτίστηκε όποιος δεν δήλωνε εισοδήματα, όποιος ζούσε στο περιθώριο χωρίς κανόνες, όποιος μπορούσε να φωνάζει ή να εκβιάζει. Αντίθετα, ο συνεπής φορολογούμενος, ο μικροϊδιοκτήτης, ο αυτοαπασχολούμενος, η μεσαία τάξη, αντιμετωπίστηκαν ως προνομιούχοι που «αντέχουν».
Και όταν αυτό το σύστημα κατέρρευσε, δεν έγινε καμία σοβαρή αυτοκριτική. Αντίθετα, παραδόθηκε η χώρα στον πιο ωμό λαϊκισμό, στη συνειδητή στοχοποίηση της μεσαίας τάξης, στη λογική ότι αν φτωχύνουν όλοι, τότε κάτι σαν «κοινωνική δικαιοσύνη» θα προκύψει από τα ερείπια.
Εκεί τελείωσε η αφέλεια.
Όχι, αυτό δεν ήταν σοσιαλδημοκρατία. Δεν ήταν κοινωνική πολιτική. Ήταν ένας ιδεολογικός πολτός, όπου η πρόνοια χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι για ρουσφέτια, ανικανότητα και εξαγορά κοινωνικής ανοχής. Ένα σύστημα που έμαθε να μοιράζει λεφτά, όχι να λύνει προβλήματα.
Γι’ αυτό σήμερα αρνούμαι τις ταμπέλες. Δεν «μετακινήθηκα δεξιά». Μετακινήθηκα προς τη λογική. Προς την απαίτηση για κράτος που λειτουργεί, για κανόνες που ισχύουν για όλους, για κοινωνική πολιτική με στόχο και έλεγχο, όχι με συνθήματα.
Αν αυτή τη στιγμή μια τέτοια κατεύθυνση υπηρετείται –έστω ατελώς και με λάθη– από την παρούσα κυβέρνηση, αυτό δεν με καθιστά κομματικό οπαδό. Σημαίνει απλώς ότι, μέχρι να υπάρξει μια σοβαρή, ρεαλιστική και εφαρμόσιμη εναλλακτική, επιλέγω το λιγότερο κακό και το περισσότερο λειτουργικό.
Το δικαίωμα στην πολιτική κριτική δεν το χαρίζω σε κανέναν. Το έχω πληρώσει ακριβά, ως φορολογούμενος, ως πολίτης, ως άνθρωπος που πίστεψε κάποτε ότι οι λέξεις «κοινωνική δικαιοσύνη» έχουν περιεχόμενο.
Δεν έγινα δεξιός.
Έπαψα να είμαι αφελής.

