Όταν ένας αγροτοκτηνοτρόφος και αγροτοσυνδικαλιστής, όπως ο Κώστας Ανεστίδης, ξεσπά και δηλώνει —εκτός επίσημης δήλωσης— ότι «γράφει» την κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό, τα μίντια παθαίνουν υστερία. Πάνελ ανάβουν, τίτλοι ουρλιάζουν, η «ευπρέπεια» ανακαλύπτεται ξαφνικά.
Η ουσία θάβεται. Η λέξη γίνεται όπλο. Ο άνθρωπος, στόχος.
Την ίδια στιγμή, σε δημόσια συνεδρίαση, μπροστά σε κάμερες, ο Περιφερειάρχης Ηπείρου Αλέξανδρος Καχριμάνης δηλώνει ότι «έχει γραμμένους» όσους του ασκούν κριτική. Καμία υστερία. Κανένα 24ωρο «αγανάκτησης». Καμία ευαισθησία για τον δημόσιο λόγο. Σιωπή. Κατανόηση. Ρουτίνα.
Δύο μέτρα. Δύο σταθμά.
Όχι στη φράση — στο πρόσωπο.
Στην πρώτη περίπτωση, μια αντιδεοντολογική διαρροή «κλειστών» στιγμών βαφτίζεται «δημοσιογραφία». Όσοι δουλεύουν στα μέσα ξέρουν: τέτοιες στιγμές συνήθως δεν παίζονται. Εκτός αν εξυπηρετούν.
Στη δεύτερη, μια δημόσια προσβολή περνάει ως «στυλ». Επειδή προέρχεται από θεσμική εξουσία.
Η αφορμή; Ένα αυτονόητο αίτημα: ζωντανή μετάδοση των συνεδριάσεων της Περιφερειακής Επιτροπής. Όχι επειδή το λέει νόμος. Αλλά επειδή το απαιτεί η διαφάνεια. Εκεί μοιράζονται τα λεφτά. Εκεί λαμβάνονται οι αποφάσεις. Εκεί ο πολίτης πρέπει να βλέπει και να κρίνει.
Κι όμως, η διαφάνεια «ενοχλεί». Όχι επειδή είναι παράνομη — αλλά επειδή είναι αποκαλυπτική.
Η κυβέρνηση δείχνει αντανακλαστικά όταν θίγεται ο Πρωθυπουργός. Δεν δείχνει τίποτα όταν θίγονται χιλιάδες πολίτες από αιρετό της. Η ευπρέπεια αποδεικνύεται ταξική. Η αγένεια, επιλεκτική.
Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν «γραμμένοι».
Υπάρχουν μόνο υπόλογοι.
Και όσο αυτό ξεχνιέται, τόσο το πρόβλημα δεν θα είναι οι λέξεις — αλλά η εξουσία που νομίζει ότι δικαιούται να τις λέει.


