Τα χρήματα φεύγουν έξω, τα ρολά κατεβαίνουν, οι μικρομεσαίοι στραγγαλίζονται. Και το κράτος βαφτίζει την εγκατάλειψη “εξυγίανση”.
Μια βόλτα στην τοπική αγορά αρκεί για να καταλάβεις τι συμβαίνει. Κατεβασμένα ρολά. Πινακίδες «ενοικιάζεται». Μαγαζιά που ήταν ζωντανά, τώρα στέκουν άδεια σαν μνημεία μιας οικονομίας που συρρικνώνεται. Και πίσω από αυτή την εικόνα δεν κρύβεται “ατυχία”. Κρύβεται πολιτική.
Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ φεύγουν από την ελληνική οικονομία, με προορισμό την Κίνα και τα διαδικτυακά της καταστήματα. Όχι επειδή οι πολίτες “ξεχνούν” την τοπική αγορά, αλλά επειδή η φτώχεια τρώει τον παρά. Όταν ο οικογενειακός προϋπολογισμός διαλύεται από ενοίκια, ενέργεια, λογαριασμούς και βασικά αγαθά, το φθηνότερο κλικ γίνεται μονόδρομος. Το κράτος όμως, αντί να προστατέψει την πραγματική οικονομία, κάνει πως δεν βλέπει.
Και δεν πρόκειται μόνο για το εισόδημα των καταναλωτών. Είναι και η ασφυξία του ίδιου του επαγγελματία. Η μικρομεσαία επιχείρηση, που κάποτε λεγόταν “ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας”, αντιμετωπίζεται σήμερα σαν βάρος. Τα έξοδα εκτοξεύονται, οι υποχρεώσεις πολλαπλασιάζονται και κάθε μέτρο παρουσιάζεται με το γνωστό περιτύλιγμα: “εκσυγχρονισμός”, “διαφάνεια”, “εξυγίανση”.
Μόνο που η πραγματικότητα φωνάζει κάτι άλλο: η κατανάλωση μετατοπίζεται συστηματικά προς τους ισχυρούς. Προς πολυεθνικές, μεγάλες αλυσίδες, malls, πλατφόρμες. Εκεί που υπάρχει κεφάλαιο, τμήμα λογιστηρίου, νομική υπηρεσία, ΙΤ, μάρκετινγκ, διαπραγματευτική ισχύς. Και την ίδια ώρα, από τον μικρό επαγγελματία απαιτούν το αδύνατο: να κάνει τα πάντα μόνος του.
Να είναι έμπορος και πωλητής, λογιστής και φοροτεχνικός, διαφημιστής και φωτογράφος προϊόντων, προγραμματιστής και διαχειριστής πλατφορμών. Να προλαβαίνει myDATA, διασυνδέσεις, POS, πλατφόρμες, δηλώσεις, πρόστιμα και “νέες υποχρεώσεις” που πέφτουν σαν χαλάζι. Είναι αδύνατον. Και το ξέρουν.
Κι όταν μια πολιτική επιβάλλει το αδύνατον στους μικρούς, δεν είναι αδεξιότητα. Είναι πρόθεση. Το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: κλείσιμο. Συγκέντρωση. Μονοπώληση. Μια αγορά λιγότερο ελληνική, λιγότερο τοπική, λιγότερο ανθρώπινη.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν αφορά μόνο τους επαγγελματίες. Αφορά τις εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους που ζουν από τη μικρομεσαία επιχείρηση. Τους μισθούς που στηρίζουν οικογένειες. Τις πόλεις που θα ερημώσουν όταν το κέντρο τους γεμίσει κλειστά. Την κοινωνική συνοχή που ραγίζει όταν η εργασία αντικαθίσταται από “ευελιξία” και “πλατφόρμες”.
Θέλουμε πραγματικά να ξαναφτάσουμε σε εικόνες που θυμίζουν το 2014; Με την αγορά γεμάτη “σπασμένα δόντια”, ανεργία να ανεβαίνει, νέους να φεύγουν στο εξωτερικό, χρέη να πνίγουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις;
Και μετά τι; Θα ψάξουμε πάλι έναν βολικό αποδιοπομπαίο τράγο για να φορτώσουμε όλα τα δεινά; Θα κάνουμε πως “δεν ξέραμε”; Θα ρίξουμε την ευθύνη αλλού για να συγχωρεθούν οι επιλογές μας;
Υπάρχει μια φράση που, όσο κι αν ενοχλεί, περιγράφει τον πυρήνα της ευθύνης:
Την πρώτη φορά σε ξεγελάσαν. Τη δεύτερη φορά είσαι συνένοχος.
Γιατί πλέον η εικόνα είναι μπροστά μας. Και όταν η αγορά πεθαίνει, δεν πεθαίνουν μόνο τα μαγαζιά. Πεθαίνει η εργασία, η γειτονιά, η πόλη, η ίδια η δυνατότητα να σταθείς όρθιος χωρίς να εξαρτάσαι από τους λίγους και τους ισχυρούς.

