Όλοι μιλάνε για την παιδεία.
Κανείς όμως δεν μιλάει με νούμερα. Και όταν μπει ο λογαριασμός στο τραπέζι, αρχίζουν τα «ναι μεν, αλλά».
Λοιπόν, ιδού τα ψυχρά μεγέθη (όπως τα ανέφερα πριν από τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία):
- Πρωτοβάθμια (2023/24): ~9.932 σχολικές μονάδες (νηπιαγωγεία + δημοτικά) και ~729.859 μαθητές.
- Δευτεροβάθμια (2022/23): ~3.703 σχολικές μονάδες και ~674.508 μαθητές.
Δηλαδή μιλάμε για χώρα με χιλιάδες σχολεία και πάνω από 1,4 εκατ. μαθητές συνολικά (με την τεχνική σημείωση ότι τα δύο επίπεδα έχουν διαφορετικό “τελευταίο” έτος δημοσίευσης).
Και τώρα η ερώτηση-καρφί:
Αν έχουμε τόσες μονάδες, γιατί το αποτέλεσμα δεν «γράφει»;
1) Το μεγάλο ψέμα: «Δεν έχουμε προσωπικό»
Στην Πρωτοβάθμια, οι αναλογίες που φαίνονται στα στοιχεία είναι περίπου 1 εκπαιδευτικός ανά 7–8 μαθητές.
Αυτό δεν μυρίζει “απόλυτη ερήμωση”.
Άρα, το πρόβλημα δεν μπορεί να κρύβεται μόνο στο “πόσοι”.
Κρύβεται στο πώς δουλεύει το σύστημα: οργάνωση, αξιολόγηση, ύλη, υποστήριξη, κενά, ειδικότητες, υποδομές, διοίκηση.
Με άλλα λόγια:
Δεν σε σώζει η ποσότητα, όταν η μηχανή είναι στραβή.
(Και ναι: άλλο ο “εθνικός μέσος όρος” κι άλλο η πραγματικότητα σε νησιά/ορεινά/υποβαθμισμένες περιοχές. Εκεί η κατάσταση μπορεί να είναι σκληρή. Αλλά εδώ μιλάμε για τη μεγάλη εικόνα.)
2) Το “αόρατο” πρόβλημα: δημογραφική πτώση
Στην Πρωτοβάθμια, οι μαθητές μειώνονται (αυτό το είδες ήδη στα νούμερα που έδωσα: πτώση σε νηπιαγωγεία και δημοτικά σε ένα μόλις έτος).
Και τι σημαίνει αυτό πρακτικά;
- Λιγότερα παιδιά = λιγότερα τμήματα (σε πολλά μέρη)
- Κλείσιμο/συγχωνεύσεις (συνήθως στην περιφέρεια)
- Ακόμα μεγαλύτερη ανισότητα πρόσβασης
- “Σχολείο-σφραγίδα” σε χωριά και μικρές κοινότητες
Το κράτος το βλέπει να έρχεται;
Ή θα τρέχει πάλι κατόπιν εορτής να μπαλώνει;
3) Το αποτέλεσμα που κανείς δεν θέλει να πει δυνατά
Η Ελλάδα, στα διεθνή συγκριτικά (π.χ. OECD / PISA), είναι κάτω από τον μέσο όρο σε κρίσιμες δεξιότητες (μαθηματικά, κατανόηση κειμένου, φυσικές επιστήμες).
Και εδώ τελειώνει η δικαιολογία.
Γιατί μπορείς να πεις «δεν έχουμε λεφτά».
Μπορείς να πεις «δεν έχουμε κτίρια».
Μπορείς να πεις «δεν έχουμε καθηγητές».
Αλλά όταν έχεις χιλιάδες σχολικές μονάδες, και πάλι το αποτέλεσμα δεν απογειώνεται, τότε μιλάμε για σύστημα. Όχι για συγκυρία.
4) Ποιος λέει την αλήθεια για τα “λεφτά”;
Η χρηματοδότηση (ως ποσοστό του ΑΕΠ) εμφανίζεται κάτω από τον μέσο όρο σε διεθνείς συγκρίσεις.
Όμως το βασικό δεν είναι μόνο “πόσα δίνεις”.
Είναι πού τα δίνεις και τι παίρνεις πίσω.
Γιατί αλλιώς κάνεις αυτό που κάνουμε χρόνια:
ρίχνουμε χρήμα σε διαχείριση, όχι σε αποτέλεσμα.
- Γιατί το κράτος δεν δημοσιεύει σε μία ενιαία εικόνα (ανά έτος) σχολεία–μαθητές–εκπαιδευτικούς–κενά, ώστε να μην παίζουμε κρυφτό; (ΕΛΣΤΑΤ υπάρχει — αλλά η πολιτική ανάγνωση και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός είναι αλλού.)
- Ποιος έχει ευθύνη όταν οι δείκτες μάθησης μένουν χαμηλά για χρόνια;
- Πότε θα μετράμε το σχολείο με εκροές (δεξιότητες) κι όχι με δελτία τύπου;
- Ποιος προστατεύει τους μαθητές στις περιοχές που “χάνουν” σχολεία λόγω δημογραφικού;
- Γιατί κάθε σοβαρή κουβέντα για αξιολόγηση/στήριξη/ανασχεδιασμό γίνεται πεδίο μικροπολιτικής;
Η παιδεία στην Ελλάδα δεν είναι “άθλια” επειδή δεν έχουμε σχολεία. Έχουμε.
Δεν είναι “άθλια” επειδή δεν έχουμε παιδιά. Έχουμε — αλλά λιγότερα κάθε χρόνο.
Είναι προβληματική γιατί το σύστημα δεν είναι χτισμένο για αποτέλεσμα.
Και όσο η παιδεία θα είναι θέμα για ομιλίες και όχι για μετρήσιμη απόδοση, θα συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε γενιές με ένα πτυχίο στο χέρι και μια χώρα που δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος τους.

