Υπάρχει ένα κομμάτι αυτής της χώρας που δεν θύμωσε επειδή αδικήθηκε. Θύμωσε επειδή τελείωσε το πανηγύρι. Επειδή σταμάτησε να υπάρχει το κράτος-νταντά που μοίραζε δανεικά, προστάτευε τη μετριότητα και βάφτιζε την ασυδοσία «κοινωνικό δικαίωμα». Μια ολόκληρη γενιά πολιτικά κακομαθημένων έμαθε να ζει χωρίς μέτρο, χωρίς λογοδοσία, χωρίς επίγνωση του κόστους. Και όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού, αντί για αυτοκριτική, άρχισε να ουρλιάζει.
Μεγάλωσες μέσα στο ψέμα ότι η χώρα μπορούσε να καταναλώνει περισσότερα από όσα παρήγαγε, να δανείζεται χωρίς τέλος, να παριστάνει τη γεωπολιτική δύναμη με τζάμπα μαγκιά και να επιβιώνει αιώνια με ξένες πλάτες. Σου πούλησαν «ανεξαρτησία», ενώ ήσουν εξαρτημένος μέχρι το λαιμό. Σου πούλησαν «λαϊκή κυριαρχία», ενώ στην πράξη υπεράσπιζαν τη μικρή σου βολή, το μικρό σου ρουσφέτι, τη μικρή σου φοροκλοπή, τη μικρή σου ατιμωρησία. Αυτό δεν ήταν ιδεολογία. Ήταν παρασιτισμός με πολιτική φανέλα.
Και όταν το μοντέλο κατέρρευσε, έτρεξες σαν τον απελπισμένο στον επόμενο δημαγωγό. Πίστεψες ότι η πραγματικότητα καταργείται με συνθήματα, ότι τα μνημόνια σκίζονται με τσαμπουκάδες τηλεοπτικού στούντιο, ότι η οικονομία υπακούει στις κραυγές του πεζοδρομίου. Ψήφισες τσαρλατάνους, χειροκρότησες αυταπάτες, κατάπιες ψέματα με τη λαιμαργία ανθρώπου που δεν ήθελε σωτηρία αλλά επιστροφή στην προηγούμενη ασωτία. Και όταν αποδείχθηκε ότι κι εκείνοι σε δούλεψαν, δεν ντράπηκες. Αγρίεψες περισσότερο.
Έκτοτε μισείς κάθε τι που θυμίζει τάξη, μεταρρύθμιση, κανόνα, αξιολόγηση, σοβαρότητα. Δεν σε εξοργίζει η ανεπάρκεια. Σε εξοργίζει η προσπάθεια να μπει φρένο στην ανεπάρκεια. Δεν σε ενοχλεί η παρακμή. Σε ενοχλεί η ιδέα ότι η χώρα μπορεί να φύγει από τη βρωμιά όπου έμαθες να ευημερείς. Γι’ αυτό και βαφτίζεις «δικαιοσύνη» κάθε κραυγή, «δημοκρατία» κάθε χυδαιότητα και «αντίσταση» κάθε λύσσα απέναντι στην κανονικότητα.
Κάπως έτσι κατάντησες να χρησιμοποιείς κάθε εθνική πληγή, κάθε τραγωδία, κάθε σκάνδαλο, κάθε κοινωνική ένταση σαν πολιτικό λοστό. Δεν σε νοιάζουν τα θύματα, δεν σε νοιάζει η αλήθεια, δεν σε νοιάζει η κάθαρση. Σε νοιάζει μόνο να βρεις ένα ακόμα πρόσχημα για να ξερνάς το μίσος σου απέναντι σε ό,τι δεν ελέγχεις. Τέμπη, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, μετανάστευση, κοινωνικό κράτος, θεσμοί, δικαιώματα, όλα γίνονται υλικά για το ίδιο φτηνό εμπόριο αγανάκτησης. Όχι επειδή πονάς τη χώρα, αλλά επειδή δεν αντέχεις να μη γυρίσει πίσω στο βούρκο που σε βόλευε.
Και το πιο ελεεινό είναι η γεωπολιτική σου κατάπτωση. Από το αντιπολιτευτικό σου μένος έφτασες να ξεπλένεις κάθε αποβράσμα της Ιστορίας. Χειροκροτείς μουλάδες, δικτάτορες, τρομοκρατικά καθάρματα, αυταρχικούς τυχοδιώκτες, κάθε δύναμη που μισεί τη Δύση, τη Δημοκρατία και την ελευθερία, μόνο και μόνο επειδή φαντάζεσαι ότι έτσι χτυπάς τον εσωτερικό σου πολιτικό αντίπαλο. Δεν έχεις ιδεολογία. Έχεις εμπάθεια. Δεν έχεις ηθική. Έχεις μόνο πολιτικό ένστικτο μνησικακίας.
Δεν είσαι αδικημένος. Είσαι γέννημα μιας αρρωστημένης εποχής που σε έμαθε να ζητάς τα πάντα χωρίς να προσφέρεις τίποτα. Δεν είσαι αντισυστημικός. Είσαι το πιο σάπιο προϊόν του παλιού συστήματος. Δεν είσαι αφυπνισμένος πολίτης. Είσαι ο τελευταίος φανατικός ενός χρεοκοπημένου τρόπου ζωής που ντύνεται κάθε μέρα με νέα συνθήματα για να κρύψει την ίδια παλιά σαπίλα.
Αυτός είναι ο απολογισμός σου: όχι μιας δύσκολης ζωής, αλλά μιας χαμένης ζωής. Μιας ζωής βουτηγμένης στην αυταπάτη, στον φθόνο, στη μικρότητα και στην άρνηση της πραγματικότητας. Και το πιο τραγικό είναι πως ακόμη και τώρα, αντί να σωπάσεις και να σκεφτείς, συνεχίζεις να μιλάς. Σαν να μην κατέστρεψες ήδη αρκετά.

