Μια βαθιά εκκλησιαστική διήγηση για την ώρα που η ψυχή του βγήκε από το σώμα, την ουράνια πορεία μέσα στο άκτιστο φως, τη μεσιτεία του Αγίου Νεκταρίου και την παράταση ζωής που, κατά τη μαρτυρία του, του δόθηκε από τον Κύριο.
Η συνάντηση στο Λαύριο και η ευλογία της εικόνας
Τον επισκέφθηκα στο Λαύριο, όταν πλέον ήταν κλινήρης και πολύ επιβαρυμένος στην υγεία του. Η όψη του ήταν ειρηνική, αλλά συγχρόνως έφερε εκείνη τη σιωπηλή γνώση ανθρώπου που είχε ήδη στραμμένο το βλέμμα του προς τον ουρανό. Όταν τον ρώτησα πώς είναι, μου αποκρίθηκε με απλότητα πως πλησίαζε ο καιρός που θα αναχωρούσε για την άνω Ιερουσαλήμ.
Τότε άπλωσε το αδύναμο χέρι του, πήρε τη φωτογραφία που είχε δίπλα του και μου την έδωσε ως ευλογία. Και με βλέμμα γεμάτο πραότητα μου είπε: «Πάρε αυτή την εικόνα για ευλογία. Θέλεις, παιδί μου, να σου πω για το θαύμα που μου έκανε ο Κύριος και ο Άγιος Νεκτάριος;». Η καρδιά μου σκίρτησε. Του απάντησα πως όχι μόνο δεν θα κουραζόμουν, αλλά πως θα ήταν ευλογία να ακούσω όσα είχε να μου διηγηθεί.
Η έξοδος της ψυχής, το άκτιστο φως και η δέηση του Αγίου Νεκταρίου
Και τότε ο Γέροντας άρχισε να μιλά με συγκίνηση, σαν να ξαναζούσε μπροστά μου εκείνη την ιερή ώρα. Μου είπε πως τη Μεγάλη Παρασκευή, καθώς ακολουθούσε τον Επιτάφιο κρατώντας τον Σταυρό του Κυρίου, αισθάνθηκε ξαφνικά αδιαθεσία, τα γόνατά του λύγισαν και η επίγεια αίσθηση άρχισε να τον εγκαταλείπει.
Από εκεί και πέρα, όπως ο ίδιος περιέγραψε, η ψυχή του άρχισε να ανέρχεται προς τα άνω, συνοδευόμενη από μια φωτεινή μορφή που τον κρατούσε από το χέρι. Όσο ανέβαιναν, τόσο δυνάμωνε το φως και τόσο πιο ανάλαφρος ένιωθε, απαλλαγμένος από κάθε βάρος της γης. Όταν η πορεία αυτή σταμάτησε, είδε μπροστά του να τον περιμένει ο Άγιος Νεκτάριος.
Η φωτεινή μορφή που τον είχε συνοδεύσει αποχώρησε, και ο Γέροντας, γεμάτος δέος, έσκυψε να φιλήσει το χέρι του Αγίου. Τότε, όπως μου είπε, αντίκρισε πιο πέρα μια άλλη κατάφωτη μορφή, τόσο λαμπρή ώστε δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό Της. Μπόρεσε μόνο να δει πως φορούσε κατάλευκο, ποδήρη χιτώνα. Και άκουσε τον Άγιο Νεκτάριο να παρακαλεί με δάκρυα και παρρησία: «Κύριε, Σε παρακαλώ, δώσ’ του λίγη παράταση ακόμη. Έχει να τελειώσει ορφανοτροφείο και γηροκομείο και άλλες υποχρεώσεις. Σε παρακαλώ, Κύριε…».
«Τέκνο μου αγαπημένο, σου δίνω λίγη παράταση ακόμη»
Ο Γέροντας συνέχισε τη διήγησή του με μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα. Μου είπε πως τότε ο Κύριος έκανε μία κίνηση με το χέρι Του, δείχνοντάς του ότι μπορούσε να επιστρέψει, και του είπε: «Τέκνο μου αγαπημένο, σου δίνω λίγη παράταση ακόμη». Ο λόγος αυτός χαράχθηκε μέσα του ως θεία εντολή, ως παράταση χρόνου όχι για ανάπαυση, αλλά για διακονία, προσφορά και ολοκλήρωση έργων αγάπης.
Ύστερα, άρχισε να κατεβαίνει. Στην αρχή μαζί με τον Άγιο Νεκτάριο και έπειτα μόνος. Και όσο κατέβαινε, το ουράνιο φως λιγόστευε, έως ότου αισθάνθηκε ξανά το γήινο σώμα του, το σώμα το φθαρτό και χωμάτινο. Όταν άνοιξε τα μάτια του, είδε γύρω του πολύ κόσμο και τους γιατρούς κατάπληκτους, καθώς, κατά τη μαρτυρία του, είχε ήδη διαπιστωθεί ο θάνατός του.
Όση ώρα μου διηγείτο τα γεγονότα, κρατούσε το χέρι μου και τα δάκρυά του είχαν βρέξει το μαξιλάρι του. Και στο τέλος, με φωνή σπασμένη αλλά βεβαία, μου άφησε μια τελευταία παρακαταθήκη: «Θέλω να το λες στον κόσμο ότι η πίστις μας είναι ολοζώντανη».
Αυτή η μαρτυρία δεν ακούγεται ως μια απλή αφήγηση, αλλά ως πνευματική κατάθεση ψυχής. Ως μια υπενθύμιση ότι ο ουρανός δεν είναι μακριά από τον άνθρωπο της πίστεως, ότι οι Άγιοι πρεσβεύουν ζωντανά και ότι η χάρις του Θεού επισκέπτεται αληθινά όσους Τον επικαλούνται με ταπείνωση.

