Ο Μπελογιάννης, ο Καλούμενος, ο Μπάτσης και ο Αργυριάδης δεν οδηγήθηκαν απλώς στο απόσπασμα. Παραδόθηκαν συνειδητά στη βία ενός μετεμφυλιακού κράτους που ήθελε να σκοτώσει όχι μόνο ανθρώπους, αλλά και την ιδέα ότι υπάρχουν ψυχές που δεν γονατίζουν.
Ξημερώματα Κυριακής, 30 Μαρτίου 1952.
Ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Νίκος Καλούμενος, ο Δημήτρης Μπάτσης και ο Ηλίας Αργυριάδης ανεβαίνουν σε ένα στρατιωτικό φορτηγό στις φυλακές Καλλιθέας. Προορισμός τους δεν ήταν απλώς το στρατόπεδο του Γουδή. Προορισμός τους ήταν η αθανασία της μνήμης και η αιώνια ντροπή εκείνων που πάτησαν τη σκανδάλη.
Το μετεμφυλιακό κράτος — το κράτος των δοσίλογων της Κατοχής, των ταγματασφαλιτών, των μαυραγοριτών, των πολιτικών υπαλλήλων της βίας και του φόβου — αποφάσισε να τους εκτελέσει πριν ακόμη χαράξει. Με προβολείς. Στο σκοτάδι. Κυριακή. Με τη γνωστή δειλία όλων των καθεστώτων που ξέρουν ότι το έγκλημά τους δεν αντέχει στο φως της μέρας.
Δεν ήταν μια απλή εκτέλεση. Ήταν πολιτική εξόντωση με κρατική σφραγίδα. Ήταν η ωμή επιβεβαίωση ότι εκείνο το κράτος δεν φοβόταν μόνο τους ζωντανούς ανθρώπους, αλλά ακόμη περισσότερο τις ιδέες που αυτοί κουβαλούσαν. Γιατί ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του δεν συμβόλιζαν απλώς μια πολιτική παράταξη. Συμβόλιζαν την άρνηση της υποταγής. Και αυτό, για κάθε εξουσία χτισμένη πάνω στον φόβο, είναι το μεγαλύτερο έγκλημα.
Η Ελλάδα εκείνων των χρόνων δεν τιμωρούσε μόνο κορυφαίες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος. Τσάκιζε συστηματικά εκατοντάδες ανθρώπους, με συνοπτικές διαδικασίες, με εκτελεστικά αποσπάσματα, με φυλακές, εξορίες και εξευτελισμούς. Περισσότεροι από 400 κομμουνιστές εκτελέστηκαν εκείνη την περίοδο. Πίσω από κάθε αριθμό, ένα όνομα. Πίσω από κάθε όνομα, μια ζωή. Πίσω από κάθε ζωή, ένα κράτος που απαιτούσε υποταγή με αντάλλαγμα την επιβίωση.
Και όμως, υπήρχε πάντα εκείνο το χαρτί. Η γνωστή “δήλωση μετανοίας”. Η εξαγορά της ζωής με αντάλλαγμα την ταπείνωση. Η σωτηρία του σώματος με τίμημα την παράδοση της ψυχής. Αυτοί οι άνθρωποι δεν υπέγραψαν. Δεν αγόρασαν λίγες ακόμη ανάσες με το νόμισμα της προδοσίας. Προτίμησαν τα έξι βήματα προς τον τοίχο από το να ζήσουν γονατισμένοι.
Γι’ αυτό και ο Μπελογιάννης δεν έμεινε στην Ιστορία μόνο ως εκτελεσμένος. Έμεινε ως μέτρο σύγκρισης. Ως εκείνος που απέδειξε πως υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος γίνεται μεγαλύτερος από τον φόβο του. Όπως είχε πει και ο ίδιος στην απολογία του, αγωνίζονταν για να ξημερώσουν στη χώρα καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Και, όταν χρειαστεί, γι’ αυτό τον σκοπό θυσιάζεται ακόμη και η ζωή.
Αυτό είναι το πραγματικό βάρος της 30ής Μαρτίου. Όχι μόνο ότι τέσσερις άνθρωποι εκτελέστηκαν. Αλλά ότι εκτελέστηκαν γνωρίζοντας ακριβώς τι υπερασπίζονται. Για μια ιδέα. Για την κοινωνική δικαιοσύνη. Για έναν κόσμο δικαιότερο. Για να μην προδώσουν τους συντρόφους τους. Για να μη χαρίσουν στους δήμιούς τους τη χαρά της συνθηκολόγησης.
Σκέψου το για μια στιγμή: να ξέρεις ότι δεν θα ξαναδείς άνοιξη. Να μην ξανανιώσεις τον ήλιο να ζεσταίνει το πρόσωπό σου. Να μη δεις ξανά χέρια να σφίγγονται, σώματα να αγκαλιάζονται, παράθυρα να ανοίγουν, σημαίες να κυματίζουν, τη λέξη «σύντροφος» να ακούγεται στους δρόμους — κι εσύ να λείπεις. Να ξέρεις ότι η ζωή θα συνεχίσει κανονικά, κι εσύ θα έχεις περάσει στο χώμα.
Εκεί βρίσκεται το αληθινό μέγεθος της θυσίας τους. Όχι στη ρητορεία. Όχι στην επέτειο. Αλλά στην επίγνωση ότι διάλεξαν συνειδητά να χάσουν τα πάντα, για να μη χάσουν τον εαυτό τους.
Και τελικά αυτό είναι που δεν συγχώρεσε ποτέ η άλλη πλευρά. Ότι αυτοί που θέλησαν να σύρουν στο σκοτάδι, πέρασαν στο φως της Ιστορίας. Ενώ εκείνοι που υπέγραψαν την εκτέλεση, έμειναν εκεί που ανήκουν: στη μεριά της ντροπής.
Η 30ή Μαρτίου δεν είναι μόνο ημέρα μνήμης. Είναι ημέρα λογαριασμού. Γιατί μας θυμίζει ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές. Γράφεται και από εκείνους που αρνήθηκαν να σωθούν με αντάλλαγμα την ψυχή τους. Γράφεται από εκείνους που έπεσαν όρθιοι.
Και γι’ αυτό, 74 χρόνια μετά, ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του δεν ανήκουν στο παρελθόν. Ανήκουν σε κάθε εποχή που ζητά από τον άνθρωπο να διαλέξει: υπογραφή ή αξιοπρέπεια, σιωπή ή αλήθεια, ζωή με γονυκλισία ή θάνατο με το κεφάλι ψηλά.


