Ο Αντώνης Σαμαράς δεν κάνει άλλη μία «παρέμβαση». Κάνει κάτι πολύ πιο βαρύ για το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας: υπενθυμίζει δημόσια, ξανά και ξανά, ότι υπάρχει δεξιά δυσαρέσκεια που δεν πειθαρχεί πλέον με διαρροές, χαμόγελα και επικοινωνιακές ασκήσεις ισορροπίας.
Και το Μαξίμου το γνωρίζει. Γι’ αυτό κάθε νέα εμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού αντιμετωπίζεται όχι σαν προσωπική παραφωνία, αλλά σαν πολιτικό καμπανάκι για μια κυβέρνηση που βλέπει το εσωτερικό της μέτωπο να βράζει, την ώρα που επιχειρεί να δείξει ότι ελέγχει τα πάντα.
Το ρήγμα δεν είναι πια υπαινιγμός
Η νέα παρέμβαση Σαμαρά έρχεται να προστεθεί σε μια ακολουθία χτυπημάτων που μόνο τυχαία δεν είναι. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές αιχμές, ούτε για προσωπικά παράπονα ενός πρώην αρχηγού που θέλει να θυμίσει την παρουσία του. Πρόκειται για συνεχή πολιτική αμφισβήτηση της στρατηγικής του Κυριάκου Μητσοτάκη, με αιχμή τα εθνικά θέματα, την εξωτερική πολιτική, τις ενεργειακές επιλογές και πλέον το ευρύτερο ζήτημα θεσμικής φθοράς.
Ο Σαμαράς δεν μιλά απλώς. Σηματοδοτεί. Και κάθε φορά που σηκώνει τους τόνους, απευθύνεται σε εκείνο το κομμάτι της παραδοσιακής δεξιάς βάσης που θεωρεί ότι η κυβέρνηση έχει απομακρυνθεί από τις ιδεολογικές και πολιτικές σταθερές της παράταξης.
Το Μαξίμου απαντά γιατί φοβάται τη ζημιά
Όταν ο πρωθυπουργός απαντά σε τέτοιο ύφος, όταν το κυβερνητικό στρατόπεδο σηκώνει αμέσως το γάντι, αυτό δείχνει ότι η ενόχληση είναι πραγματική. Αν οι παρεμβάσεις Σαμαρά θεωρούνταν γραφικές ή πολιτικά αδιάφορες, θα αγνοούνταν. Δεν αγνοούνται, όμως. Αντιμετωπίζονται ως απειλή εσωτερικής αποσταθεροποίησης.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: η κυβέρνηση δεν φοβάται μόνο τον ίδιο τον Σαμαρά. Φοβάται το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Φοβάται εκείνους τους ψηφοφόρους που αισθάνονται ότι η Νέα Δημοκρατία έχει αρχίσει να μιλά διαφορετική γλώσσα από εκείνη που κάποτε υποσχόταν. Φοβάται ότι το «δεξιό ακροατήριο» δεν αρκείται πια σε συμβολισμούς, αλλά ζητά καθαρή γραμμή, σαφείς θέσεις και πολιτική πυγμή.
Η εσωκομματική σκιά μεγαλώνει όσο πλησιάζουν τα δύσκολα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι περιοδείες, τα προσυνέδρια, οι εξαγγελίες περί ασφάλειας, άμυνας και στροφής προς το παραδοσιακό κοινό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιχείρηση επανασυσπείρωσης. Το Μαξίμου βλέπει διαρροές, ακούει μουρμούρα και προσπαθεί να μαζέψει ένα ακροατήριο που δεν πείθεται πλέον μόνο με το κύρος της εξουσίας.
Η ουσία είναι απλή: όταν ένας πρώην πρωθυπουργός μπορεί να προκαλεί τέτοιο πολιτικό θόρυβο με κάθε εμφάνισή του, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Είναι πρόβλημα συνοχής, ταυτότητας και ελέγχου. Και όσο το κυβερνητικό επιτελείο προσποιείται ότι πρόκειται απλώς για έναν ενοχλητικό εσωτερικό αντίλαλο, τόσο το ρήγμα θα βαθαίνει.

