Από το Βερολίνο και τη Μαδρίτη μέχρι το Βουκουρέστι, οι πολιτικοί που πιάστηκαν με πειραγμένα προσόντα οδηγήθηκαν σε παραίτηση. Στην Ελλάδα, αντί για ντροπή, επιστρατεύεται ακόμη και το επιχείρημα των «ενσήμων της πιάτσας».
Υπάρχουν σκάνδαλα που δεν αποκαλύπτουν απλώς ένα ψέμα. Αποκαλύπτουν ολόκληρη πολιτική κουλτούρα. Η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη δεν φωτίζει μόνο ένα ακόμη προβληματικό βιογραφικό. Φωτίζει τη διαφορά ανάμεσα σε χώρες όπου η δημόσια ντροπή λειτουργεί ακόμη ως πολιτικός μηχανισμός κάθαρσης και σε μια Ελλάδα όπου το σύστημα, αντί να κοκκινίζει, ψάχνει τρόπο να παρουσιάσει το μαύρο ως γκρι και το αυτονόητο ως… παρεξήγηση.
Στην Ευρώπη, η «τιτλομανία» δεν είναι ελληνική αποκλειστικότητα. Πολιτικοί έπεσαν, καριέρες κατέρρευσαν, δημόσιες εικόνες διαλύθηκαν όταν αποκαλύφθηκε ότι ακαδημαϊκοί τίτλοι, διατριβές ή βιογραφικά είχαν χτιστεί πάνω σε πλαστογραφημένη σοβαροφάνεια. Η διαφορά είναι πως εκεί, όταν έσκασε η αλήθεια, το πολιτικό σύστημα δεν ανακάλυψε τις «γκρίζες ζώνες» της κοινής λογικής. Εδώ, αντιθέτως, κάθε αποκάλυψη γεννά ένα καινούργιο εγχειρίδιο θράσους.
Η Ευρώπη των παραιτήσεων
Ο Καρλ-Τέοντορ τσου Γκούτενμπεργκ ήταν από τα λαμπερά ονόματα της γερμανικής πολιτικής. Δημοφιλής, φιλόδοξος, με προφίλ μελλοντικού καγκελάριου. Όταν όμως αποκαλύφθηκε ότι η διδακτορική του διατριβή ήταν βουτηγμένη στη λογοκλοπή, η πτώση του ήταν ακαριαία. Το πανεπιστήμιο του αφαίρεσε τον τίτλο και ο ίδιος αποχώρησε από κάθε πολιτικό αξίωμα. Δεν βγήκε να διδάξει ήθος. Δεν επικαλέστηκε «πρακτική εμπειρία». Δεν ζήτησε από την κοινωνία να ξεχάσει αυτά που είδε.
Η Ανέτε Σαβάν, υπουργός Παιδείας της Γερμανίας, βρέθηκε και εκείνη αντιμέτωπη με την ακύρωση του διδακτορικού της, δεκαετίες μετά την απονομή του. Μπορεί να διαφώνησε, μπορεί να αμφισβήτησε τα συμπεράσματα, μπορεί να επέλεξε τη δικαστική οδό. Όμως παραιτήθηκε. Γιατί κατάλαβε κάτι στοιχειώδες: ότι ένα δημόσιο αξίωμα δεν μπορεί να σύρεται μαζί με τη σκιά ενός τέτοιου σκανδάλου.
Στην Ισπανία, η Κριστίνα Θιφουέντες κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες, καθώς η υπόθεση του μεταπτυχιακού της άνοιγε διαρκώς νέες ρωγμές στο προσωπείο της. Οι αλλοιωμένοι βαθμοί, οι αμφισβητούμενες υπογραφές, η αδυναμία να παρουσιαστεί η εργασία της, όλα συνέθεσαν ένα σκηνικό απόλυτης πολιτικής απογύμνωσης. Και όταν το οικοδόμημα έπεσε, έπεσε χωρίς τη γνωστή ελληνική πολυτέλεια των τηλεοπτικών δικαιολογιών.
Ακόμη και στη Ρουμανία, μια χώρα που δεν ανήκει στις «αγιογραφίες» της δυτικής θεσμικής τελειότητας, ο Φλόριν Ρόμαν οδηγήθηκε σε παραίτηση όταν αποδείχθηκε ότι το βιογραφικό του παρουσίαζε ως πανεπιστημιακές σπουδές κάτι που δεν ήταν αυτό που διαφημιζόταν. Η πίεση έγινε ασφυκτική, ο δημόσιος εξευτελισμός αναπόφευκτος, η έξοδος μονόδρομος.
Η Ελλάδα της εφεύρεσης δικαιολογιών
Και μετά ερχόμαστε εδώ. Στην Ελλάδα της πολιτικής ασυλίας χωρίς τυπική ασυλία. Στην Ελλάδα όπου το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι γράφτηκε σε ένα βιογραφικό, αλλά τι ακολούθησε όταν αυτό αμφισβητήθηκε δημόσια.
Γιατί το πραγματικά εξοργιστικό στην υπόθεση Λαζαρίδη δεν είναι μόνο η ουσία των αποκαλύψεων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε να μετατραπεί ένα ζήτημα θεσμικής τάξης και αξιοπιστίας σε μάθημα μαγκιάς. Είναι η στιγμή που η δημόσια συζήτηση κατρακύλησε από τα τυπικά προσόντα και τη νομιμότητα στο γνωστό ελληνικό καταφύγιο του «έχω ένσημα στην πιάτσα». Δηλαδή στο δόγμα ότι ο ισχυρός δεν χρειάζεται να λογοδοτεί, αρκεί να εμφανίζεται αρκετά θρασύς ώστε να πείθει τους δικούς του.
Αυτό είναι το ελληνικό σκάνδαλο πίσω από το σκάνδαλο. Όχι απλώς η αμφισβήτηση ενός τίτλου, αλλά η δημόσια ιδεολογία που λέει πως τα πτυχία, οι κανόνες, οι πιστοποιήσεις και οι διαδικασίες είναι για τους πολλούς. Για τα παιδιά που σπουδάζουν, που παλεύουν, που μαζεύουν χαρτιά, που περνούν εξετάσεις, που κρίνονται αυστηρά. Όχι για την εξουσία. Όχι για εκείνους που θεωρούν ότι η πολιτική προϋπηρεσία αρκεί για να βαφτίσει το ελλιπές πλήρες, το αμφίβολο έγκυρο και το προσχηματικό νόμιμο.
Δεν είναι λάθος. Είναι νοοτροπία
Αν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, θα μπορούσε κανείς να το δει ως προσωπική πτώση. Δεν είναι. Είναι αντανάκλαση συστήματος. Ενός συστήματος που δεν ενοχλείται πραγματικά όταν εκτίθεται, αλλά όταν πιάνεται. Ενός συστήματος που δεν προσπαθεί να καθαρίσει, αλλά να κουκουλώσει. Που δεν λέει «κάναμε λάθος», αλλά «και τι έγινε;».
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη απόσταση από τις ευρωπαϊκές περιπτώσεις. Όχι στην ύπαρξη του ψεύδους, αλλά στην αντίδραση μετά την αποκάλυψή του. Στις ώριμες δημοκρατίες, το ψέμα σε βιογραφικό μπορεί να ρίξει υπουργό. Στην Ελλάδα, συχνά αρκεί μια επιθετική εμφάνιση στα κανάλια, λίγη κομματική συσπείρωση και μια δόση από το παλιό, γνώριμο «μην κάνετε έτσι». Αυτή είναι η πραγματική παθογένεια: η κανονικοποίηση της παρακμής.
Και η σιωπή είναι στάση
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η σιωπή του κομματικού περιβάλλοντος δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική στάση. Όσοι επιλέγουν να μη μιλούν όταν εκτίθεται η αξιοπιστία του δημόσιου βίου, όσοι αποφεύγουν να πάρουν θέση, όσοι περιμένουν να περάσει η μπόρα, στην πράξη γίνονται μέρος της ίδιας μηχανής συγκάλυψης.
Αυτό αφορά και τα τοπικά στελέχη, και όσους εκπροσωπούν την κοινωνία σε περιοχές όπως η Εύβοια. Όχι επειδή τους αποδίδεται το ίδιο σκάνδαλο, αλλά επειδή σε τέτοιες στιγμές δοκιμάζεται η πολιτική εντιμότητα. Όταν ένα κόμμα εκτίθεται από υπόθεση αυτού του τύπου, κανείς δεν δικαιούται να στέκεται βουβός, σαν να παρακολουθεί ξένη παράσταση. Η αμηχανία δεν είναι θεσμική ευπρέπεια. Είναι πολιτική συνενοχή διά της αφωνίας.
Η Ελλάδα δεν πάσχει επειδή κάποιοι πολιτικοί είπαν ψέματα για τα προσόντα τους. Πάσχει επειδή μεγάλο κομμάτι του πολιτικού της συστήματος εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να προσβάλλει τη νοημοσύνη της κοινωνίας και να τη βγάζει καθαρή. Στην Ευρώπη, η τιτλομανία τελειώνει με παραίτηση. Εδώ, επιχειρούν να τη βαφτίσουν παράσημο. Και αυτό δεν είναι απλώς γελοίο. Είναι η πιο κυνική ομολογία ότι για ορισμένους η εξουσία δεν είναι ευθύνη, αλλά άδεια εξαίρεσης από κάθε κανόνα.

