1. Στη γενιά μου
Σιωπηλή, ταπεινή γενιά, χωρίς ιστορία
στον ρόγχο του αιώνα αντρειεύτηκες
όταν τα αίματα, είχαν πλυθεί…
Εποχές τετρακόσιες σε διεκδίκησαν
τις σάρκες τους τρώγοντας
εποχές τετρακόσιες
μάρτυρες θρηνώντας.
Οι νικητές σε προστάζουν
με το δάχτυλο τεντωμένο
(σε ικετεύουν οι ηττημένοι
να μην τους προσπεράσεις)
Λεηλατημένοι δαφνώνες
κι ούτε φύλλο πια για σε
ούτε ξερό κλωνάρι…
Μια ησυχία μόνο
ήρεμη βουή
κι ένα πικρό ποτήρι
στο ίσως του ορίζοντα
για σε γενιά μου…
1995
2. Οι ατελέσφοροι
i
Αυτός ο τόπος, δεν είναι τόπος μόνο ζωντανών
οι νεκροί -προπαντός οι ηττημένοι νεκροί-
έχουν στις πέρα απλωσιές κατασκηνώσει
μένουν εδώ, πεισματικά προσηλωμένοι οι δικοί μας ασώματοι
πέφτουν στο χαράκωμα τις νύχτες, ρίχνουνε ντουφεκιές
θαρρώντας πως τα βόλια τους οι στεναγμοί
σα στίφη θα περάσουν τη θολή γραμμή για να χτυπήσουν
ό,τι εδώ τους νίκησε και άρχει ακόμη
-Αυτός ο τόπος έχει έναν βασιλικό καταμεσής του στήθους-
Με αίμα το όνειρο έντυσαν και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά, τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε
όμως δε βρήκαν το σκαλί -ούτε ποτέ κανείς-
τα τριχωτά ποδάρια τους, στο χώμα πέσαν πάλι
ζωγραφίζοντας ίχνη τα πέλματα, ανάκατα εδώ κι εκεί
Πέσαν κι αυτοί… γίναν αδέσποτα παράπονα
και μόνο την ύστατη στιγμή, που όλα λάμπουν
την ιστορία είδαν τέρας φριχτό πάνω τους νάρχεται
με τόνους κίτρινης σκόνης βουερής, έτοιμης να σκεπάσει
τις μάταιες των ονείρων εγκαθιδρύσεις, έτοιμης να σκεπάσει
των αθώων τα φάσματα
-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο
ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει-
Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά, κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς, κούφια οστράκια…
Κι εγώ της αβύσσου ποιητής
μ΄ όλα τα χέρια μου ψηλά, πλοκάμια στο χάος τεντωμένα
ικετεύω την έλευση της φοβερής κραυγής, του λυτρωμού
που τα χαμένα πάλι κάτω απ΄ την άμμο θα σαλέψουν…
Αφού συνεχώς σκληραίνουμε, θα γίνουμε αγάλματα!
ii
Νάταν η φλόγα της μνήμης που σύνεση γεννάει
νάσβηνε μια στιγμή κι απ’ τις ραγισματιές
να μη περνούσαν οι αρχαίοι στεναγμοί
μόνο η κάθε στιγμή να στάζει από τα μάτια
να σπάει το τσόφλι του μέσα μας αυγού
και ν΄ ανασταίνεται μικρό πουλί
που ακούγεται να περπατά πάνω στα σπλάχνα μας
καρδιοχτυπώντας αϊτός να γίνει…
-Σ΄ αυτό το τόπο γλάστρες βασιλικών και κυπαρίσσια λόγχες-
Μια κι η γαλήνη δε βολεύεται ποτέ πάνω σε αίμα που κοχλάζει
πάντα εδώ θα φτάνουνε αντιλαλιές των στεναγμών
για νάναι πιο υποφερτές οι τρικυμίες
κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα
αγάλματα…
που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί, μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς
φαντάζονται τεχνίτες κουρασμένους και κυρτούς
μες στα μεσάνυχτα να φτιάνουνε βιολιά
και μουσουργούς με πυρετό
να στήνουν αυτί στον άνεμο
κλέβοντας νότες φάλτσες…
3. Ο βράχος
Ο βράχος
βαρύς κι ακίνητος απάνω στα χαλάσματα
τεράστιος, ασήκωτος, βουβός
ό ίδιος βράχος
στην απειλητική σκιά του
ξέγνοιαστα παίζουν τα καινούρια παιδιά
ανυποψίαστα για την αιχμή του πεπρωμένου τους
τα καινούρια παιδιά
βαφτισμένα στον ενθουσιασμό και τη λήθη
δε γνωρίζουν τα παλαιά του βράχου ταξίδια
τις ιδιοτροπίες και τη ματαιότητα της ελευθερίας
κανείς δε τολμά να μιλήσει στα καινούρια παιδιά
οι μεγάλοι κρύβουν βαθιά την αλήθεια
οι μεγάλοι προχωρούν με πρόσωπα σκυθρωπά
ασχολούνται πια με πράματα ταπεινά
αποφεύγοντας να κοιτάξουν ή να δείξουν τον βράχο
που βουβός κι ακίνητος περιμένει
περιμένει ο βράχος, τα καινούρια παιδιά
(2004)
4. Το θερμοκήπιο
-Στο θερμοκήπιο που ξάφνου
ξεχαρβαλώθηκε η σκεπή
κι ελεύθερα η βροχή λυσσομανάει
δες τα φυτά τα εμβρόντητα
πώς τρομαγμένα
θροΐζουνε στις γλάστρες-
Απέναντι σε άνεμο θρασύ
ευέξαπτο
που αγέρωχος κινάει από το χιόνι
(μπουμπούκια καψαλίζοντας στο διάβα του
και φύλλων άκρες)
εξαρτημένα απέναντι φυτά
που τρέμουνε
τον σαδισμό της πάχνης…
Επιθυμούν ξανά στοργή
σπαρακτικά ζητούν το χέρι
εκείνου που… κείτεται νεκρός
σιμά στις ροδαλές
και ντροπαλές μπιγκόνιες…
14 Μαΐου 2012
5. Πέρσες
Οι Πέρσες σήμερα, δεν έρχονται με έπαρση
δεν έρχονται με άρματα, τόξα και ελέφαντες
διωγμένοι απ’ τον Ξέρξη, περνούν κρυφά τη θάλασσα
στριμωγμένοι σ’ αμπάρια και βρώμικα κοντέινερς
κατατρεγμένοι φτάνουν, γυρεύοντας πατρίδα
ένα κομμάτι ψωμί, μια θέση άγουρη στον ήλιο
Οι Πέρσες σήμερα μυριάδες, έξω απ’ τα σπίτια μας
μοιράζουνε σιντί σε καφετέριες, παιχνίδια στα φανάρια
άνεργοι σε δρόμους και πλατείες, βήχουν στη βροχή
το ξεροβόρι
Απελπισμένοι μας επόρθησαν οι Πέρσες
ο οίκτος η βόμβα μεγατόνων τους
και οι καρδιές μας, ηττημένες Θερμοπύλες…
Δεκέμβρης 2010
6. Σκλάβοι
Σκλάβοι που ζουν
την απόγνωση μιας ειρήνης οικτρής
σκλάβοι που ζουν
την απουσία δοξασμένων θανάτων
γερά δεμένοι
σε αλυσίδες δανείων
και χειροπέδες
μηνιαίων λογαριασμών
ωχροί ασθμαίνοντες
αναλώσιμοι σκλάβοι
οσφυοκάμπτες και σιωπηλοί
-προπαντός σιωπηλοί-
το νούμερό τους
στο χέρι βαστώντας
αναμένουν καρτερικά
στα σύγχρονα Νταχάου
σε υπηρεσίες και τράπεζες
σε δρόμους και νοσοκομεία
σε ήσυχα νεκροταφεία
σιωπηλοί στη σειρά τους
σιωπηλά να τους θάψουν
2007
7. Αισχρή συνθήκη
Λοιπόν, δεν είναι άλλο ν’ απορείς
γιατί επέδειξαν οι άρχοντές μας τέτοια ανοχή
σε κάτι στρατηγούς Τισίες
που ήρθαν με υπεροχή και αλαζονεία
να πάρουν τον οψιδιανό και τον περλίτη
τον πλούτο και τα σπίτια μας
-το δίχως άλλο, θα είχαν πολύ συλλογιστεί
το πάθημα της Μήλου…
Γι’ αυτό, τους συκοφάντες μην ακούς
πως τάχα θέλαν να σώσουν τη ζωή και το τομάρι τους
ή τον πολλά επικερδή, πολιτικό τους βίο
για μας οι άμοιροι το έκαναν -να μη σφαγούμε
την πώληση των γυναικόπαιδων στα σκλαβοπάζαρα
του τόπου την ερήμωση- γι’ αυτό υπέγραψαν κρυφά
τέτοια αισχρή συνθήκη…
Κι αν κράτησαν τ’ αργύρια μ’ ελαφριά καρδιά
οι συνετοί μας άρχοντες και τι μ’ αυτό; Εσώσανε την πόλη!
Εξ’ άλλου, παλιά τους τέχνη το τερπνόν μετά του ωφελίμου!…
Ας λιμοκτονούμε πια λοιπόν
ας γυρνούμε στον ίδιο μας τον τόπο, πένητες κι ανέστιοι
τουλάχιστον με τη συνθήκη τα χείριστα γλιτώσαμε
κι ας μας φωνάζουν πια παντού, δειλούς κι οσφυοκάμπτες…
2010
8. Η μοίρα μας
”Η μοίρα μας χυμένο μολύβι
δε μπορεί ν΄ αλλάξει
δε μπορεί να γίνει τίποτε”
Γ. Σεφέρης
Η μοίρα μας πάντα στα στενά
πικρά να φέγγει
να πλενόμαστε με αλισίβα το πρωί
να χτενιζόμαστε
κνημίδες να γυαλίζουμε και θώρακες
όπως συνηθίζουν οι αποφασισμένοι
χωρατά μιλώντας τάχα
σα να πρόκειται για μας
να ξαναξημερώσει…
Γιατί το ξέρουμε!
Το απόγεμα δε θάμαστε
παρά άψυχα κορμιά σιμά στους βάλτους
παρατημένα στη σκόνη των ορδών
και πατημένα
από τα πόδια τα βαριά
των ελεφάντων…
Αυτή η μοίρα μας…
(κι οι Εφιάλτες ζωή χαρισάμενη
στις αυλές των Δαρείων
τα παιδιά τους στα ”Κέιμπριτζ”
προδοσία σπουδάζουν
τώρα που κι αυτή
προβιβάστηκε σ΄ επιστήμη)
(2006)
9. Θερμοπύλες
γράμμα ενός στρατιώτη
-Ως πότε οι γενναίοι
των ενόχων θα είναι
το λευκό άλλοθι-
i
Λιγόστεψαν πια αυτά που καρτερώ, στις Θερμοπύλες πατέρα
χάλασε το κορμί μου η αναμονή. Πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι -όπως οι γέροι παλιά-
με πειράζει κι η θύμησή σου, να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας.
Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω…
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα, της άμυνας στρατιώτης-
Μα η πικρή αλήθεια πατέρα, είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε, με όπλο μας το Αουτάν
χρόνια καθόμαστε άπραγοι, καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα…
Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια, μα εχθρός πουθενά
όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας…
ii
Καθώς φαίνεται ο Ξέρξης μας περιφρονεί, δε μας υπολογίζει
ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
ή μπορεί να πέρασε κιόλας, χωρίς να πάρουμε είδηση
και ήδη να μας κυβερνά…
(Πάντως εδώ ευρέως ψιθυρίζεται
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ)…
Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη
στο σπίτι, είναι πατέρα ντροπή-
Φίλησέ μου τη μάνα -θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
(πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!)
Ξεχάστε με τώρα, βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι…
Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά
2007
10. Ανοπαία οδός
– ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες-
Σεφέρης
Κανείς δεν ξεκινά τη ζωή του για να γίνει
ένας Ιούδας, ένας Εφιάλτης
(ποιος αντέχει το βάρος μιας τέτοιας μοίρας)
όμως αχαρτογράφητη η ατραπός Ανοπαία
χωρίς ταμπέλες και σκυλιά προειδοποίησης…
Είναι που σταθήκαμε αφελείς
επιρρεπείς στα λόγια και την κολακεία
κι έπειτα δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε
κάνοντας παρέα μ’ αυτούς τους ξένους
που όλο γελούσαν, μας χάιδευαν τ’ αυτιά
και μας θάμπωναν με τα ωραία τους δώρα
η ζωή φάνταζε όμορφη κι εμείς ξαφνικά ισχυροί
σα θεοί του Ολύμπου, που βλέπαμε κάτω
μυρμηγκοφωλιές τα χωριά των ανθρώπων…
Είχαμε ωραίες για τον κόσμο ιδέες
και μιαν ευφορία πρωτόγνωρη
σαν ουράνιοι αρχιτέκτονες… νομίζαμε
πως είχαμε άλλο από τους άξεστους αίμα
γεννημένοι απ’ τη μεριά των δυνατών
αθώοι ως τα μύχια, χωρίς τύψεις…
Όμως ένα πρωί ξυπνήσαμε και είχαμε χάσει τα πάντα
γύρω ερείπια, ψυχές βλογιοκομμένες, αυτόχειρες
και αλυσοδεμένοι που έκλαιγαν
νοσταλγώντας λίγη απ’ την παλιά χαρά κι ελευθερία
τότε μονάχα καταλάβαμε, πως η οδός που είχαμε πάρει
ήταν η καταραμένη ατραπός Ανοπαία
και μεις διόλου όπως νομίζαμε -ιδρυτές ενός κόσμου νέου-
μα απλά κούκλες με νήματα στα πόδια, τα χέρια, τα χείλη
εξωμότες, που είχαμε φέρει εδώ άτιμους ξένους
καταδικάζοντας την πόλη, σε αιώνια απελπισία…
Σκυφτοί, μπερδεμένοι σαν ψάρια στα δίχτυα μας τώρα
στοχαζόμαστε το μέγεθος αυτής της τεράστιας πλάνης
μα ήμαστε τόσο ανήμποροι, για οποιαδήποτε ανατροπή
δεν έχουμε την τόλμη ούτε μιας έντιμης απολογίας
και η συκιά τσακίζει τα μάτια μας, γιατί αγχόνη θυμίζει
σωπαίνουμε τώρα, κλεισμένοι ερμητικά στα σπίτια μας
νιώθοντας για πρώτη φορά, πόσο πικρά
πόσο πικρά, είναι πραγματικά τ’ αργύρια…
2015
11. Λιποταξία
Το δόρυ μου, στην Τιθορέα πούλησα
για μια μπουκιά ψωμί
-καθώς τρεις μέρες νηστικός
πούχα λιποτακτήσει-
Τον θώρακα που βάραινε
απ’ όλα πιο πολύ
τον άλλαξα στη Λιβαδειά
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-
Στην Ογχηστό…
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-
Στη Θήβα άφησα, θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-
Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια…
Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε
(και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει)…
(2008)
12. Αυτοκράτορες και Σύγκλητοι
Ποτέ δεν ήμουν με τον αυτοκράτορα!
Και τι αυτοκράτορας…
πού άλλα λέει κι άλλα πράττει
σάματις έχει δύναμη…
Μάλλον θα είναι μπροστινός
άλλοι θα κρύβονται από πίσω…
Γι’ αυτό όλο πατά τις υποσχέσεις
και τις διακηρύξεις.
Ή μήπως έχει δύναμη η Σύγκλητος…
Αυτοκράτορες και Σύγκλητοι!!!
Του κώλου τα εννιάμερα
βιτρίνες κι υποχείρια
να μη νοήσουμε ποτέ
-τούτα τα χρόνια τα ζαβά-
πως ένα τέρας κυβερνά
που ανθρωπινά δε σκέφτεται…
13. Μινώταυρος
Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή…
Από τότε, στον άδειο θρόνο κάθεται ο Μινώταυρος
κι όψεις αλλάζοντας, τη δόλια Αθήνα κυβερνά…
Τη μέρα -φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του-
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών…
Μα σαν η νύχτα πέσει, τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν…
Την πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
(ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδονικά μετρά)
κι αίμα μυρίζει πάλι νέων
που ανύποπτοι κοιμούνται στα στενά…
(1997)
14. Πραιτοριανός
Συνταξιούχος πια, χαίρεται τη σκόλη
με εκδρομές, συμπόσια και φίλους.
Μα υπήρξε πραιτοριανός!
Δε θε ν’ ακούει ύβρεις για το καθεστώς
(του εξασφάλισε καλή ζωή, εφάπαξ
μέχρι τον θάνατο μισθό
βρέξει χιονίσει)…
Λοιπόν, ας το βουλώσει ο λαός
και μην τα βάζει με το καθεστώς
γιατί υπήρξε πραιτοριανός
και αν ανάγκη παραστεί
θα ξαναβάλει τη στολή
να το υπερασπίσει…
15. Οι κληρονόμοι
Όλοι έχουν έναν πρόγονο πολεμιστή
πρόσφυγα παππού, θείο εξορισμένο
(μεταβιβασμένο μίσος κι αγάπη)
Τις νύχτες ξυπνούν απ’ τις βροντές
κοιτούν απ’ τα παράθυρα τη γη τους
γυαλίζουν ξαφνικά στην αστραπή
βόστρυχοι αγαλμάτων, λόγια
σε μάρμαρα… “Τη υπερμάχω”…
Όμως δεν έχουν τη δύναμη
να συλλάβουν το φως
αποστρέφουν τα μάτια…
καρτερούν τη λάσπη των βουνών
αυτήν την ενοχλητική κληρονομιά
(ένα καριοφίλι, τα… Όχι…)
ξανά να σκεπάσει…
26.6.2020
16. Το άλλοθι
Κι αν είμαι διστακτικός στις μεγάλες ιδέες
είναι γιατί στη φωλιά μου τριγύρω
ζέχνουν απομεινάρια πρόσφατων φόνων
(και δε βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο)
Είναι που έρχεστε και σεις κάθε νυχτιά
καρτέρι να στήσετε
σε ανθρώπους και πλάσματα…
Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς
ανθρώπινα κομμένα κεφάλια
επιστρέφετε χαρούμενοι
από την ήττα τόσων πλασμάτων
πέφτετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
(κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυλίδια
επιδόματα που δε σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα
κεφάλια, γδαρμένες νυφίτσες
σακκούλες με διαμελισμένα έμβρυα…)
Λοιπόν, με λήθη πλένεστε
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
υπέρ δικαιωμάτων…
(μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί δικαιοφόροι!)
2014
17. Ξέρξης
Τον Ξέρξη, χρόνια περιμέναμε
στ’ αλώνια να βρεθούμε
-σ’ αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη η νίκη-
όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δε φανερώθη…
Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δε λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη…
(ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;)
…………………………………
Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη…
Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε
με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει
Αύγουστος 2013
18. Το μαύρο πλοίο
Ένας αέρας κίτρινος, επίμονος, τραχύς φυσάει σ’ αυτήν την πόλη, φέρνοντας μαζί του που και που κόκκινες σταγόνες μιας παράξενης αραιής βροχής, που δε λέει όμως κανονικά να στάξει. Χρόνια τώρα. Η πόλη, το περισσότερο σιωπηλή. Ειδικά τις ημέρες όπως αυτές που ακολουθούν το φευγιό του μαύρου πλοίου. Το λιμάνι κάθε τέτοια μέρα, σχεδόν άδειο… Ποιος αντέχει τέτοιες σκηνές. Οι νέοι σπρώχνονται αλυσοδεμένοι στο καράβι απ’ τα σπαθιά και τα δόρατα των χάλκινων, κάτω από γοερά κλάματα και λιποθυμίες γονιών και αδερφών. Σκληρή σκηνή. Θα έλεγε κανείς όμως, πως όλη αυτή η σκληρότητα είναι σοφή, αφού η μοίρα των νέων θανατερή… αμετάκλειτη. Τους προετοιμάζει για το αναπόφευκτο. Δεν λογαριάζονται για άνθρωποι πια… πρέπει να συνηθίσουν. Τα είδα όλα κάποτε κρυμμένος πίσω από έναν βράχο και είμαι άρρωστος από τότε. Κάθομαι μερόνυχτα ξαπλωμένος σ’ αυτό το κρεβάτι, μη μπορώντας να κάνω τίποτα πια. Δεν έπρεπε να πάω. Εξ’ άλλου ο νόμος απαγορεύει να βρίσκεται κανείς στο λιμάνι όταν φεύγουν οι νέοι για τον Μινώταυρο. Μονάχα πρώτου βαθμού συγγενείς. Εγώ όμως ήθελα επιτέλους να δω την αλήθεια ακόμη και με κίνδυνο της ζωής μου…
Πάνε χρόνια που υπόγραψαν με τον Μίνωα αυτήν τη συνθήκη. Να δίνουμε κάθε χρόνο εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια για να μπορούμε να διαβιούμε οι λοιποί εν ειρήνη. Συνθήκη ντροπής, τραγική. Κι η πόλη καταραμένη. Δεν βρέχει πια, μόνο φυσά. Ένας ξερός αέρας κίτρινος, που φέρνει που και που λίγες σταγόνες αραιές… κόκκινες σαν αίμα.
Καμμιά ευτυχία. Μήτε προοπτική. Μονάχα κλάμα και οδυρμός. Σκοτεινιά. Ένα μίσος θανάτου που απλώνεται από τα μαυροφορεμένα σπίτια των άτυχων νέων, όπου κάθε χρόνο γίνονται περισσότερα. Ένα μίσος που το μυρίζεις στους δρόμους και τα σοκάκια, στα καφενεία και τα τεχνουργεία, στους ναούς και τις συνάξεις. Μπαίνει μέσα στις ψυχές και τις δηλητηριάζει και φτάνει μέχρι τα ανάκτορα, όπου ο βασιλιάς μερόνυχτα άυπνος με κόκκινα μάτια, αναρωτιέται αν είναι καλύτερα να πέσει με δύναμη πάνω στο ξίφος του για να γλιτώσει μια και καλή. Ποιος θέλει να διοικεί μια πόλη καταραμένη; Δε βγαίνει πια, έχουμε χρόνια να τον ιδούμε. Πώς μπορεί ένας βασιλιάς να περπατήσει ελεύθερα στους δρόμους, ανάμεσα στους χαροκαμένους γονιούς, πώς μπορεί να αναπνεύσει αυτόν τον άτιμο αέρα που φέρνει στα ρουθούνια τη μυρωδιά από αίμα νωπό και αθώο; Πώς μπορεί να σεργιανίσει στην πόλη του, όταν αυτός ο άνεμος δυναμώνει εφιαλτικά παρασύροντας μαζί του, φωνές, ουρλιαχτά και χιλιάδες γιατί που πονάν σαν μαχαίρια; Οι πόρτες κλειδαμπαρώνουν και τα λυχνάρια με το σουρούπωμα σβήνουν. Η πόλη της Αθήνας την νύχτα, είναι μια πόλη νεκρή!
Μα και η ημέρα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι σιωπούν. Και όλοι έχουν βλέμματα ενοχής… ”Εμείς και τα παιδιά μας γλιτώσαμε φέτος μα ποιος ξέρει τι θ’ απογίνουμε του χρόνου… ο Μινώταυρος απαιτεί πάλι καινούρια τροφή…”
Μια πόλη καταραμένη. Όπου δε μπορεί τίποτα να στεριώσει, γιατί σε μερικούς μήνες πρέπει να προετοιμάσει την καινούρια θυσία, πρέπει να ριφθούν ξανά οι μαύροι κλήροι και του χρόνου θα χτυπήσουν πάλι οι στρατιώτες τις άτυχες πόρτες να πάρουν τους ανύποπτους σήμερα νέους, έτσι ώστε να συνεχίσει για ακόμη έναν χρόνο, αυτή η καταραμένη πόλη να ζει.
Είναι μια κόλαση. Όπου δεν ανθίζουν πια τα λουλούδια.. Τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ; Ποιος φταίει; Εμείς, ο βασιλιάς ή οι άρχοντες; Ή μήπως όλοι μαζί; Πόσο μισούμε τον βασιλιά και τους άρχοντες που κάθονται άπρακτοι χωρίς να κάνουν τίποτα! Πίκρα. Πίκρα παντού. Πίκρα που στάζει ακόμη κι απ’ τον ήλιο. Πίκρα που κρύβεται ακόμα και στο μέλι. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσο τραγική υποταγή…
Είναι βέβαια και οι άλλοι. Που δεν βλέπουν τριγύρω παρά μονάχα τη δουλίτσα τους. Που κλείνουν τα μάτια στις κραυγές και στο λιμάνι. ”Καλά είμαστε κι έτσι. Φταίμε και πρέπει να πληρώσουμε. Τουλάχιστον στέλνοντας εκείνους στον λαβύρινθο, σωνόμαστε εμείς. Ας δοξάζουμε λοιπόν τους Θεούς που έχουμε ακόμη δουλειά, που δεν πείραξε ακόμη κανείς το δικό μας σπίτι, που στέλνουμε ακόμη εμπορεύματα σε άλλα λιμάνια και μας δίνουν φλουριά. Μην είμαστε και πλεονέκτες. Ακόμη και πάνω στο αίμα, μπορούμε να προκόψουμε. Μην κουνηθεί κανείς λοιπόν ουτοπιστής! Δεν τα βάζει κανείς με το θηρίο τον Μίνωα. Κατώτεροι είμαστε και το έχουμε αποδείξει. Δε μας πρέπει φως παρά μονάχα μαστίγιο. Γι’ αυτό σκυμμένα τα κεφάλια και σιωπή!”
Οι περισσότεροι όμως από μας -ξέρω καλά- πως δεν αντέχουν αυτήν την τραγωδία. Ο κλήρος είναι τυφλό δρεπάνι. Δεν ξέρεις σε ποια κεφάλια αύριο θα σφυρίξει. Γι’ αυτό πολλοί αποφασισμένοι εδώ, ακονίζουν κρυφά μαχαίρια και ετοιμάζουν την τελική αναμέτρηση. Δεν αποδέχονται αυτήν την βρωμερή συνθήκη. Να στηρίζεται μια ολόκληρη πόλη πάνω στο αίμα των παιδιών της. Το σύνθημα είναι ή σωνόμαστε όλοι ή κανείς. Ούτε ένα παιδί μας στον Μινώταυρο. Τσεκούρι και φωτιά στο μαύρο πλοίο, τσεκούρι και φωτιά στους σκυμμένους…
19. Ο νέος Θησέας
-κι αυτοί μες στη βουή της πόλης σκεφτικοί
έναν Θησέα άλλον περιμένουν, νικητή-
Που τοίχους ύψωσες στην οσμή των ανθρώπων
οι ώρες αρχηγάτορα των νέων ερειπίων σε καλούν
πορθημένον απ’ την οσμή των ανθρώπων…
Εσέ οι ορφανεμένες μέλισσες θ’ ακολουθήσουν
όταν από το κάστρο σου ωχρός φανείς
και σαν φλουριά οι αλήθειες
απ’ τις φθαρμένες τσέπες σου θα ξεχυθούν
οι στερημένοι με τις χούφτες να μαζέψουν
Νύχτα βροχής να βγεις, νύχτα θυέλλης
με την αρματωσιά μαύρου παλτού ανεμιστού
φτερό αρχάγγελου…
Ίσκιους στις πλατείες θα φυσά
θα ζωντανεύουν στα βάθρα οι ανδριάντες
και ταπεινά θα γέρνουν
φλόγες στις δημοσιές και φλόγες στα πλακόστρωτα
πίσω απ’ τις γρίλιες δάκρυ
καθώς εσύ ωχρός εκδικητής
τα μαρμαρένια σκαλοπάτια του επτασφράγιστου οίκου
με του πέλματος τη δόξα και τη φτασμένη ώρα
ένα ένα στο ζυμάρι θα βυθίζεις…
εμπρός σου να σταθεί
το βαρύ της ιστορίας επίθυρο και να βροντήσει
ώστε οι μέλισσες βουίζοντας αντί για σε
από λαθρεπιβάτες και αυθαιρέτους
πίσω ν’ απαιτήσουν τον απαχθέντα θρόνο…
Για άλλη μια η Εδέμ να αποφασιστεί
με ενθουσιασμό και άνθος να ξαναχτιστεί
κι οι αφανείς πάλι τον πανάρχαιο βράχο
προς την κορφή ν’ αρχίσουν βογκώντας να κυλούν
για άλλη μια, με ενθουσιασμό και άνθος…(1996)

