Όταν ακόμη και το πρώτο καρπούζι της χρονιάς γίνεται οικονομική απόφαση, τότε η ακρίβεια δεν είναι στατιστικό μέγεθος. Είναι καθημερινή ασφυξία.
Τα πρώτα κεράσια έφτασαν στον μανάβη με τιμή 16,90 ευρώ το κιλό. Το καρπούζι στα 1,90.
Κάποτε τέτοιες εικόνες ήταν το σήμα ότι πλησιάζει το καλοκαίρι. Σήμερα είναι υπενθύμιση ότι ακόμη και οι μικρές χαρές έγιναν ακριβές. Ένα κιλό κεράσια, λίγες φέτες καρπούζι, μια σακούλα με φρούτα για το σπίτι δεν είναι πλέον αυτονόητα. Θέλουν σκέψη, υπολογισμό, πολλές φορές και παραίτηση.
Και ναι, μπορεί να πει κάποιος ότι δεν είναι ανάγκη να αγοράσεις κεράσια στην αρχή της σεζόν. Σωστό. Κανείς δεν πεθαίνει χωρίς κεράσια. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα κεράσια. Είναι ότι η ίδια αίσθηση σοκ υπάρχει πλέον παντού: στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα, στα καύσιμα, στα ενοίκια, στα φάρμακα, στα βασικά είδη του σπιτιού.
Η ακρίβεια δεν είναι πια έκτακτη κατάσταση. Είναι κανονικότητα.
Οι μισθωτοί μετρούν τα ευρώ πριν φτάσουν στο ταμείο. Οι συνταξιούχοι κόβουν από παντού για να βγει ο μήνας. Οι οικογένειες κάνουν υπολογισμούς ακόμη και για τα πιο απλά. Και την ίδια ώρα, στην κορυφή της αγοράς, κάποιοι μετρούν υπερκέρδη.
Γιατί η ακρίβεια δεν πέφτει από τον ουρανό. Κάπου παράγεται, κάπου διογκώνεται, κάπου μένει ανεξέλεγκτη. Ανάμεσα σε φόρους, μεσάζοντες, αλυσίδες τιμολόγησης και πρακτικές που ο καταναλωτής δεν μπορεί να ελέγξει, ο πολίτης μένει μόνος του απέναντι στο ράφι.
Και η κυβέρνηση;
Ακούει τις διαμαρτυρίες, αλλά μοιάζει να μην ακούει την απόγνωση.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να μιλάς για «εισαγόμενο πληθωρισμό» και άλλο να βλέπεις τον πολίτη να αφήνει προϊόντα πίσω στο ταμείο. Άλλο πράγμα είναι οι ανακοινώσεις και άλλο η πραγματικότητα μιας οικογένειας που βλέπει τον μισθό να εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας.
Το καρπούζι κάποτε ήταν το πιο λαϊκό σύμβολο του καλοκαιριού. Σήμερα, αν περιμένεις να πέσει κάτω από 0,50 ευρώ το κιλό για να κάνεις το πρώτο μπάνιο, μάλλον θα αργήσεις πολύ να μπεις στη θάλασσα.
Και αυτό δεν είναι αστείο.
Είναι η πιο πικρή εικόνα μιας χώρας όπου ακόμη και η καθημερινή χαρά κοστίζει ακριβά.
Τι τα λέμε;
Αφού τα ζούμε.

