Όταν η πολιτική δεν παράγει λύσεις, αρχίζει να ψάχνει φακέλους. Και όταν τα κόμματα φοβούνται τις εκλογές, δεν κάνουν πολιτική· κάνουν εκκαθαρίσεις.
Η χώρα μπαίνει σε μια περίοδο όπου όλα δείχνουν ότι η πολιτική σύγκρουση δεν θα δοθεί πάνω στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας, αλλά πάνω στα ανοιχτά συρτάρια, στα πόθεν έσχες, στις εσωκομματικές πληγές και στις προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης.
Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ φαίνεται πως ετοιμάζονται για έναν πόλεμο χαρακωμάτων. Όχι απαραίτητα για το ποιος έχει καλύτερο σχέδιο για τη χώρα, αλλά για το ποιος θα εκθέσει πρώτος τον άλλον. Ποιος θα βρει τη μεγαλύτερη γκρίζα ζώνη. Ποιος θα χτυπήσει πιο βαθιά. Ποιος θα τραυματίσει πολιτικά τον αντίπαλο πριν αυτός προλάβει να σηκώσει κεφάλι.
Η υπόθεση Ανδρουλάκη, η απάντηση με Σπανάκη, οι αιχμές για πόθεν έσχες, οι μετοχές, οι σκιές, τα συμφέροντα, όλα δείχνουν ένα πράγμα: ο δρόμος προς τις εκλογές δεν θα είναι πολιτικός διάλογος. Θα είναι αλληλοεξόντωση.
Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Όχι γιατί δεν πρέπει να ελέγχονται οι πολιτικοί. Φυσικά και πρέπει. Όχι γιατί δεν πρέπει να ερευνηθούν περιουσιακά στοιχεία, συγκρούσεις συμφερόντων ή δηλώσεις πόθεν έσχες. Πρέπει να ερευνηθούν όλα. Αλλά όταν ο έλεγχος γίνεται όπλο μόνο όταν πλησιάζουν οι κάλπες, τότε δεν μιλάμε για θεσμική ευαισθησία. Μιλάμε για πολιτική εργαλειοποίηση.
Το σύστημα δεν καθαρίζει. Ξεκαθαρίζει λογαριασμούς
Το πολιτικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι ότι ξαφνικά τα κόμματα ανακάλυψαν τη διαφάνεια. Το πρόβλημα είναι ότι τη θυμούνται επιλεκτικά. Τη θυμούνται όταν ο αντίπαλος ανεβαίνει. Όταν αλλάζουν οι ισορροπίες. Όταν η επόμενη εκλογική αναμέτρηση αρχίζει να μυρίζει αίμα.
Στην περίπτωση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου, το ζήτημα που τίθεται δεν είναι αν έχει υπάρξει παράνομη πράξη. Αυτό δεν μπορεί να το αποφανθεί η πολιτική αντιπαράθεση. Το ζήτημα είναι θεσμικό και πολιτικό: μπορεί ένας υπουργός που εποπτεύει έναν κρίσιμο τομέα, όπως η ενέργεια, να εμφανίζεται με σημαντικό χαρτοφυλάκιο σε εταιρείες του ίδιου χώρου χωρίς να δημιουργείται ζήτημα εικόνας, σύγκρουσης συμφερόντων και πολιτικής ακεραιότητας;
Ακόμη κι αν όλα είναι νόμιμα, δεν είναι όλα πολιτικά άθικτα.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Η Ελλάδα έχει γεμίσει από νόμιμες γκρίζες ζώνες. Από θεσμικά κενά. Από περιπτώσεις όπου κανείς δεν παραβιάζει ευθέως τον νόμο, αλλά όλοι καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν κάθεται καλά. Και αυτή η αίσθηση είναι που δηλητηριάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ΝΔ κοιτάζει μετά τον Μητσοτάκη πριν τελειώσει ο Μητσοτάκης
Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, το συνέδριο δεν έμοιαζε μόνο με κομματική διαδικασία. Έμοιαζε και με πρόβα επόμενης ημέρας. Οι δελφίνοι υπάρχουν, κι ας κάνουν πως δεν υπάρχουν. Οι φιλοδοξίες κινούνται, κι ας παρουσιάζονται ως κομματική ενότητα.
Ο Νίκος Δένδιας εμφανίζεται με αυτοπεποίθηση ανθρώπου που θεωρεί ότι έχει ήδη κλειδωμένη τη σειρά διαδοχής. Μόνο που στην πολιτική, όποιος πιστεύει ότι «είναι ο επόμενος», συνήθως ξεχνά πως οι κάλπες, οι μηχανισμοί και οι συγκυρίες έχουν χιούμορ. Και πολλές φορές είναι μαύρο.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σε μια παράξενη κατάσταση. Επισήμως μιλά για σταθερότητα. Ανεπισήμως συζητά την επόμενη ηγεσία. Επισήμως καταγγέλλει την τοξικότητα. Ανεπισήμως ετοιμάζει φακέλους. Επισήμως λέει ότι κυβερνά. Ανεπισήμως δείχνει ότι φοβάται.
Και όταν ένα κυβερνητικό κόμμα φοβάται πριν ακόμη στηθούν οι κάλπες, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσκοπικό. Είναι πολιτικό.
Κόμματα παντού, στρατηγική πουθενά
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ξεπηδούν ή ετοιμάζονται να ξεπηδήσουν νέα σχήματα. Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζεται να συγκεντρώνει γύρω της ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων, από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, με κοινό σημείο όχι ένα ενιαίο πρόγραμμα, αλλά την οργή, την απογοήτευση και την ανάγκη για έκφραση.
Ο Αλέξης Τσίπρας φέρεται να επιταχύνει τις κινήσεις του, προφανώς γιατί αντιλαμβάνεται ότι ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Αν περιμένει πολύ, άλλοι θα καταλάβουν τον χώρο της αντισυστημικής ή μετα-συστημικής δυσαρέσκειας. Αν κινηθεί νωρίς, μπορεί να μπει στις μετρήσεις, να πιέσει τον ΣΥΡΙΖΑ, να αναδιατάξει τον χώρο και να εμφανιστεί ξανά ως κεντρικός παίκτης.
Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη, παραμένει η μόνιμη απειλή στα δεξιά της ΝΔ. Δεν χρειάζεται καν να κάνει κόμμα για να επηρεάζει τις εξελίξεις. Αρκεί να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο. Στην πολιτική, πολλές φορές η απειλή της κίνησης είναι πιο ισχυρή από την ίδια την κίνηση.
Και κάπως έτσι, η χώρα βλέπει κόμματα να ετοιμάζονται, μηχανισμούς να ανασυντάσσονται, αρχηγούς να μετρούν δυνάμεις και πολίτες να αναρωτιούνται: υπάρχει κανείς που ασχολείται πραγματικά με τη ζωή μας;
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό ερείπιο σε δημόσια μετάδοση
Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον ξεχωριστό κεφάλαιο πολιτικής αυτοκαταστροφής. Δεν πρόκειται απλώς για κρίση. Πρόκειται για διάλυση εν κινήσει. Για ένα κόμμα που μοιάζει να αποσυναρμολογείται μπροστά στις κάμερες, με τους πρωταγωνιστές του να αλληλοκατηγορούνται, να αλληλοϋπονομεύονται και τελικά να επιβεβαιώνουν το βασικό συμπέρασμα: αυτός ο χώρος δεν ξέρει πια ούτε ποιος είναι, ούτε τι θέλει, ούτε ποιον εκπροσωπεί.
Το εντυπωσιακό είναι ότι στον ΣΥΡΙΖΑ ο πιο σύντομος δρόμος προς την πολιτική εξόντωση φαίνεται να είναι η διεκδίκηση ηγεσίας. Όποιος διεκδίκησε, όποιος αμφισβήτησε, όποιος κέρδισε εκτός σχεδίου, όποιος επιχείρησε να σταθεί αυτόνομα, τελικά βρέθηκε εκτός κάδρου ή υπό διαρκή φθορά.
Αν αυτό είναι κόμμα, τότε η έννοια του κόμματος έχει αλλάξει. Αν αυτό είναι στρατηγική, τότε μοιάζει περισσότερο με κατεδάφιση. Αν αυτό είναι ανασύνθεση, τότε γίνεται με υλικά κατεδάφισης.
Η κοινωνία όμως δεν ζει με παρασκήνιο
Όλα αυτά θα είχαν ίσως μικρότερη σημασία αν η κοινωνία δεν βρισκόταν ήδη σε ασφυξία. Αλλά βρίσκεται.
Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει καθηλωμένη. Το διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται. Η ανάπτυξη που εμφανίζεται στους δείκτες δεν φτάνει στην τσέπη του πολίτη. Οι εργαζόμενοι δεν φταίνε για αυτό. Δεν γίνεται να ζητάς από τον εργαζόμενο να είναι παραγωγικός όταν το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι θεσμοί δεν επενδύουν σοβαρά στο ανθρώπινο δυναμικό, στην τεχνολογία, στην εκπαίδευση, στην οργάνωση, στις υποδομές.
Και την ίδια στιγμή, το ακριβό ρεύμα σπρώχνει βιομηχανίες να κοιτάζουν προς τα Βαλκάνια. Όχι θεωρητικά. Πρακτικά. Βουλγαρία, Ρουμανία, Βόρεια Μακεδονία γίνονται επιλογές όχι επειδή οι επιχειρηματίες μισούν την Ελλάδα, αλλά επειδή το λειτουργικό κόστος στην Ελλάδα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αντέξει κανείς.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για επενδύσεις, ΑΠΕ, ανάπτυξη και πράσινη μετάβαση, αλλά η παραγωγή διαμαρτύρεται ότι το ρεύμα είναι ακριβό, το περιβάλλον ασφυκτικό και ο σχεδιασμός αδύναμος.
Αν η βιομηχανία φεύγει, δεν φεύγει από ιδιοτροπία. Φεύγει γιατί η χώρα δεν της δίνει λόγο να μείνει.
Το πολιτικό σύστημα τσακώνεται για την εξουσία, ενώ η χώρα χάνει έδαφος
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Την ώρα που η οικονομία χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση, το πολιτικό σύστημα ετοιμάζεται για πόλεμο φακέλων. Την ώρα που οι επιχειρήσεις ψάχνουν διέξοδο εκτός συνόρων, τα κόμματα ψάχνουν ποιος έχει πιο ευάλωτο πόθεν έσχες. Την ώρα που οι πολίτες βλέπουν το εισόδημά τους να μην ακολουθεί τους πανηγυρισμούς της ανάπτυξης, οι αρχηγοί, οι πρώην αρχηγοί και οι εν αναμονή αρχηγοί στήνουν προσωπικές στρατηγικές.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλο ένα προεκλογικό σφαγείο. Έχει ανάγκη από καθαρές απαντήσεις.
Πώς θα πέσει το ενεργειακό κόστος στην παραγωγή;
Πώς θα αυξηθεί πραγματικά η παραγωγικότητα;
Πώς θα προστατευτεί η διαφάνεια χωρίς να γίνεται εργαλείο κομματικής λάσπης;
Πώς θα σταματήσει η πολιτική να λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοσυντήρησης προσώπων και μηχανισμών;
Πώς θα ξαναπιστέψει ο πολίτης ότι κάτι κινείται για αυτόν και όχι ερήμην του;
Αυτά είναι τα ερωτήματα.
Όχι ποιος θα προλάβει να διαλύσει ποιον. Όχι ποιος θα φτιάξει κόμμα πριν από τον άλλον. Όχι ποιος θα εμφανιστεί ως σωτήρας πάνω στα ερείπια του προηγούμενου σωτήρα.
Γιατί στο τέλος, το μεγάλο πόθεν έσχες δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς.
Αφορά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Πόθεν έχει τόση αλαζονεία;
Πόθεν έχει τόση αντοχή στην αποτυχία;
Και κυρίως: πόθεν έχει το θράσος να ζητά ξανά εμπιστοσύνη από μια κοινωνία που έχει κουραστεί να πληρώνει τον λογαριασμό;

