Η μαζική ουκρανική επίθεση με drones εναντίον ρωσικών στόχων δεν ήταν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας. Ήταν ένα στρατηγικό μήνυμα: ακόμη και μια πυρηνική δύναμη, ακόμη και μια πρωτεύουσα όπως η Μόσχα, ακόμη και ένα κράτος με βαριά αντιαεροπορική αρχιτεκτονική, δεν είναι άτρωτο όταν η τεχνολογία, η μαζικότητα και η επιμονή μπαίνουν στο πεδίο της μάχης.
Σύμφωνα με διεθνή μέσα ενημέρωσης, η Ρωσία ανακοίνωσε μία από τις μεγαλύτερες ουκρανικές επιθέσεις με drones από την έναρξη του πολέμου. Το Reuters μετέδωσε ότι η Μόσχα έκανε λόγο για 1.054 ουκρανικά drones που καταρρίφθηκαν ή καταστράφηκαν στις 17 Μαΐου, ενώ την ίδια περίοδο καταγράφηκε η μεγαλύτερη νυχτερινή επίθεση κατά της ρωσικής πρωτεύουσας εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο.
Η ουσία, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ουκρανικά πλήγματα φέρονται να στόχευσαν ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές, μεταξύ των οποίων εγκαταστάσεις πετρελαίου και μονάδες που συνδέονται με τη ρωσική πολεμική παραγωγή. Η Guardian μετέδωσε ότι επλήγησαν, σύμφωνα με ουκρανικές πηγές, εγκαταστάσεις όπως εργοστάσιο μικροηλεκτρονικών και σταθμός άντλησης καυσίμων στην περιοχή της Μόσχας.
Αυτό αλλάζει την ψυχολογία του πολέμου. Μέχρι πρότινος, η ρωσική κοινωνία παρακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό τον πόλεμο ως κάτι μακρινό, περιορισμένο στο ουκρανικό μέτωπο ή σε παραμεθόριες περιοχές. Όταν όμως drones φτάνουν στη Μόσχα, όταν ακούγονται εκρήξεις κοντά στην πρωτεύουσα, όταν νεκροί και τραυματίες καταγράφονται σε ρωσικό έδαφος, τότε το μήνυμα γίνεται εσωτερικό: ο πόλεμος επιστρέφει στον αποστολέα.
Και εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο δίδαγμα για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η εποχή που η αποτροπή μετριόταν μόνο σε φρεγάτες, μαχητικά αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα έχει τελειώσει. Αυτά παραμένουν απολύτως αναγκαία. Αλλά δεν αρκούν. Το νέο πεδίο είναι τα drones, τα αντι-drones, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, τα δίκτυα αισθητήρων, η εγχώρια παραγωγή, η δυνατότητα μαζικής χρήσης φθηνών αλλά αποτελεσματικών μέσων.
Η Ουκρανία απέδειξε ότι ένα κράτος που δέχεται εισβολή μπορεί, με επιμονή και τεχνολογική προσαρμογή, να μεταφέρει το κόστος του πολέμου βαθιά μέσα στην επικράτεια του αντιπάλου. Δεν χρειάζεται να έχει την ίδια βιομηχανική βάση με τη Ρωσία. Χρειάζεται ευελιξία, παραγωγή, τεχνογνωσία, δίκτυα, και κυρίως πολιτική απόφαση.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το μήνυμα είναι καθαρό: η αποτροπή απέναντι στην Τουρκία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην κλασική ισορροπία ισχύος. Η Άγκυρα έχει επενδύσει συστηματικά στα drones, τα έχει χρησιμοποιήσει ως εργαλείο στρατιωτικής ισχύος και διπλωματικής επιρροής και τα έχει εντάξει στη στρατηγική της εικόνα. Η Αθήνα και η Λευκωσία δεν έχουν την πολυτέλεια να παρακολουθούν.
Χρειάζεται άμεσα εθνικό σχέδιο για drones και anti-drone άμυνα. Όχι αποσπασματικές αγορές. Όχι επικοινωνιακές ανακοινώσεις. Όχι καθυστερήσεις ετών. Χρειάζεται παραγωγική βάση, συνεργασία πανεπιστημίων – αμυντικής βιομηχανίας – Ενόπλων Δυνάμεων, δοκιμές στο πεδίο, επιχειρησιακή ένταξη και δυνατότητα μαζικής κατασκευής.
Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν χρειάζονται απλώς μερικά σύγχρονα συστήματα για την παρέλαση ή για τις κάμερες. Χρειάζονται ένα πραγματικό δόγμα αποτροπής νέας γενιάς. Ένα δόγμα που να λέει καθαρά ότι όποιος απειλήσει νησί, υποδομή, πόλη, ενεργειακή εγκατάσταση ή στρατηγικό κόμβο του ελληνισμού, θα γνωρίζει ότι το κόστος δεν θα είναι θεωρητικό. Θα είναι άμεσο, πολλαπλό και επιχειρησιακά υπολογίσιμο.
Η ουκρανική επίθεση στη Ρωσία δείχνει κάτι που κανείς δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει: στον πόλεμο του 21ου αιώνα, ο ουρανός δεν ανήκει μόνο στα ακριβά μαχητικά. Ανήκει και στα χιλιάδες μικρά, φθηνότερα, έξυπνα μέσα που μπορούν να κορέσουν άμυνες, να χτυπήσουν υποδομές και να αλλάξουν την ψυχολογία μιας σύγκρουσης.
Η Μόσχα το κατάλαβε με τον πιο σκληρό τρόπο.
Η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να το καταλάβουν πριν χρειαστεί να το μάθουν επίσης με τον σκληρό τρόπο.

