Η Ρωσία αυξάνει την πίεση στη Βαλτική, δοκιμάζει νεύρα και αντοχές, ενώ η Ευρώπη προσπαθεί να καταλάβει αν πρόκειται για εκφοβισμό ή για προετοιμασία επόμενης κρίσης
Η Ευρώπη παρακολουθεί πλέον τη Μόσχα όχι μόνο μέσα από τον φακό της Ουκρανίας, αλλά και μέσα από τον φόβο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής δοκιμασίας. Οι απειλές κατά χωρών της Βαλτικής, οι αναφορές σε «κέντρα λήψης αποφάσεων», τα ύποπτα drones κοντά σε εναέριους χώρους του ΝΑΤΟ και η ρωσική ρητορική περί «απότομης κλιμάκωσης» δεν είναι απλές λεκτικές υπερβολές. Είναι σήματα πίεσης.
Το ερώτημα που βασανίζει πλέον ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι σκληρό: μπορεί ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αν αισθανθεί ότι εγκλωβίζεται στο ουκρανικό μέτωπο, να αναζητήσει διέξοδο ανοίγοντας νέο μέτωπο πίεσης απέναντι στην Ευρώπη;
Δεν υπάρχουν, μέχρι στιγμής, σαφείς ενδείξεις άμεσης ρωσικής στρατιωτικής επίθεσης σε χώρα του ΝΑΤΟ. Αυτό όμως δεν καθησυχάζει. Διότι στη γεωπολιτική, το επικίνδυνο δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται να ετοιμάζεται. Είναι και αυτό που δοκιμάζεται σταδιακά: η ψυχραιμία, η ενότητα, η αποτροπή, η πολιτική βούληση.
Η Βαλτική ως πεδίο δοκιμής
Οι χώρες της Βαλτικής βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο της έντασης. Η Λετονία κατηγορήθηκε από τη Μόσχα ότι φιλοξενεί χειριστές ουκρανικών drones, με τη ρωσική πλευρά να απειλεί ακόμη και με πλήγματα σε «κέντρα λήψης αποφάσεων». Η Λιθουανία είδε συναγερμούς αεροπορικής επιδρομής να ηχούν, καθώς ύποπτα ρωσικά drones πλησίασαν τον εναέριο χώρο της από την πλευρά της Λευκορωσίας.
Αυτές οι κινήσεις δεν είναι απαραίτητα προάγγελος πολέμου. Είναι όμως κάτι εξίσου σοβαρό: τεστ. Τεστ αντίδρασης. Τεστ συνοχής. Τεστ του Άρθρου 5 στην πράξη, πριν καν χρειαστεί να ενεργοποιηθεί.
Η Μόσχα γνωρίζει ότι μια ευθεία επίθεση σε χώρα του ΝΑΤΟ θα ήταν ιστορικό άλμα κλιμάκωσης. Γνωρίζει όμως και κάτι άλλο: ότι ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο υπάρχει μια μεγάλη γκρίζα ζώνη. Εκεί όπου κινούνται τα drones, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι απειλές, οι προβοκάτσιες, οι υβριδικές επιχειρήσεις, οι πολιτικές πιέσεις και η ενεργειακή αποσταθεροποίηση.
Εκεί παίζει σήμερα η Ρωσία.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο Πούτιν — είναι και η αδυναμία της Δύσης
Η ρωσική επιθετικότητα δεν εξελίσσεται σε κενό. Πατά πάνω σε μια ευρωπαϊκή αδυναμία που η Μόσχα διαβάζει προσεκτικά.
Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται, αλλά αργά. Στηρίζει την Ουκρανία, αλλά με πολιτικές αντιστάσεις. Μιλά για στρατηγική αυτονομία, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ. Και την ίδια ώρα, οι αμερικανικές πολιτικές αμφισημίες για το ΝΑΤΟ δημιουργούν το πιο επικίνδυνο μήνυμα προς τη Μόσχα: ότι η Δύση μπορεί να μην είναι τόσο ενιαία όσο δηλώνει.
Αυτό είναι το πραγματικό «παράθυρο ευκαιρίας» που φοβάται η Ευρώπη. Όχι απαραίτητα μια ρωσική εισβολή αύριο το πρωί. Αλλά μια περίοδος μέσα στην οποία το Κρεμλίνο θα θεωρήσει ότι μπορεί να ανεβάσει το ρίσκο χωρίς να πληρώσει άμεσα δυσανάλογο κόστος.
Η αποτροπή δεν καταρρέει μόνο όταν χάνεις στρατό. Καταρρέει όταν ο αντίπαλος πιστέψει ότι δεν θα τον χρησιμοποιήσεις.
Η Ουκρανία άλλαξε τον πόλεμο — και αυτό τρομάζει το ΝΑΤΟ
Το ουκρανικό μέτωπο απέδειξε κάτι που οι ευρωπαϊκοί στρατοί δεν μπορούν πλέον να αγνοούν: ο πόλεμος των drones έχει αλλάξει τους κανόνες. Η πρώτη γραμμή δεν είναι πια μια απλή γραμμή επαφής. Είναι μια ζώνη θανάτου δεκάδων χιλιομέτρων, όπου κάθε κίνηση εντοπίζεται, κάθε όχημα στοχοποιείται, κάθε συγκέντρωση δυνάμεων γίνεται ευάλωτη.
Η Ουκρανία άντεξε σε μεγάλο βαθμό επειδή προσαρμόστηκε. Έμαθε να πολεμά με drones, με δικτυωμένη στοχοποίηση, με ευελιξία, με τεχνολογική αυτοσχέδια υπεροχή. Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι και η Ρωσία έμαθε.
Και αν αύριο υπάρξει κρίση στη Βαλτική, στη Βαλτική Θάλασσα ή στην Αρκτική, το ΝΑΤΟ δεν θα αντιμετωπίσει τον ρωσικό στρατό του 2022. Θα αντιμετωπίσει έναν στρατό φθαρμένο, αλλά εμπειροπόλεμο· αιματηρά εκπαιδευμένο σε σύγχρονη, βιομηχανική, drone-κεντρική σύγκρουση.
Αυτό είναι το σοκ που δεν λέγεται εύκολα δημόσια: η Ευρώπη διαθέτει ισχυρούς στρατούς στα χαρτιά, αλλά όχι πάντα την επιχειρησιακή ετοιμότητα, τα αποθέματα, την παραγωγή και την πολιτική αποφασιστικότητα που απαιτεί ένας πόλεμος φθοράς νέας γενιάς.
Ο Πούτιν μπορεί να μην θέλει γενικό πόλεμο — αλλά μπορεί να θέλει γενικό φόβο
Το Κρεμλίνο δεν χρειάζεται απαραίτητα να καταλάβει εδάφη του ΝΑΤΟ για να πετύχει πολιτικό αποτέλεσμα. Μπορεί να επιδιώξει κάτι πιο ύπουλο: να δημιουργήσει φόβο, κόπωση και διχασμό.
Να κάνει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να αναρωτηθούν αν αξίζει να συνεχίσουν τη στήριξη στην Ουκρανία. Να πιέσει κυβερνήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν ακρίβεια, ενεργειακή ανασφάλεια και άνοδο ακραίων δυνάμεων. Να μετατρέψει το κόστος της αποτροπής σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.
Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος της ρωσικής στρατηγικής: όχι μόνο να κερδίσει μάχες, αλλά να σπάσει τη βούληση των αντιπάλων της.
Και εδώ η Ευρώπη έχει μπροστά της μια επιλογή που δεν χωρά ωραιοποιήσεις. Ή θα αντιμετωπίσει τη ρωσική απειλή ως μακροχρόνια στρατηγική πραγματικότητα ή θα συνεχίσει να αντιδρά αποσπασματικά, κάθε φορά που η Μόσχα ανεβάζει τον πήχη της έντασης.
Η Ευρώπη δεν φοβάται απλώς τι μπορεί να κάνει ο Πούτιν. Φοβάται μήπως ο Πούτιν καταλάβει τι δεν είναι έτοιμη να κάνει η ίδια.
Γιατί η αποτροπή δεν είναι ανακοίνωση. Δεν είναι σύνοδος κορυφής. Δεν είναι βαρύγδουπη δήλωση σε κοινό ανακοινωθέν.
Η αποτροπή είναι να πείσεις τον αντίπαλο ότι το κόστος της κλιμάκωσης θα είναι μεγαλύτερο από το κέρδος της.
Και αυτή τη στιγμή, η Μόσχα δοκιμάζει ακριβώς αυτό: αν η Ευρώπη είναι δύναμη ή απλώς αγορά που φοβάται να γίνει δύναμη.

