Η πενταετία δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι κανόνας ασφάλειας δικαίου. Και η Εφορία δεν μπορεί να ανοίγει παλιές χρήσεις όποτε θέλει, επικαλούμενη γενικά και αόριστα “νέα στοιχεία”.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί, κατά κανόνα, να κοινοποιήσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης. Αυτός είναι ο βασικός κανόνας της παραγραφής.
Πότε μπορεί να πάει πέρα από την πενταετία
Ο νόμος προβλέπει εξαιρέσεις. Μία από αυτές αφορά περιπτώσεις όπου, μετά την πενταετία, περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες, τα οποία δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση της μέσα στην πενταετία και από τα οποία προκύπτει μεγαλύτερη φορολογική οφειλή. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να εφαρμοστεί δεκαετής προθεσμία, αλλά μόνο για το συγκεκριμένο ζήτημα που αφορούν τα στοιχεία.
Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν η Εφορία λέει ότι έχει στοιχεία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι:
Είναι πράγματι νέα; Ή μπορούσε να τα έχει και να τα αξιοποιήσει εγκαίρως;
Τι δεν θεωρείται «νέο στοιχείο»
Η νομολογία έχει βάλει φρένο στην αυθαίρετη επίκληση «συμπληρωματικών στοιχείων». Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ότι δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα που είχαν ήδη περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής μέσα στην πενταετία και απλώς αγνοήθηκαν ή δεν αξιοποιήθηκαν σωστά. Επίσης, δεν αρκεί η αδράνεια της Διοίκησης για να μετατραπεί η πενταετία σε δεκαετία.
Ακόμη πιο καθαρά, έχει γίνει δεκτό ότι η φορολογική αρχή οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη πραγματικών συμπληρωματικών στοιχείων. Αν τα στοιχεία ήταν στη διάθεσή της ή μπορούσε να τα ερευνήσει κατά τον αρχικό έλεγχο, δεν μπορεί εκ των υστέρων να τα εμφανίζει ως «νέα» για να παρατείνει την παραγραφή.
Η πενταετία δεν καταργείται με τεχνάσματα
Το ΣτΕ έχει επισημάνει και κάτι βαθύτερο: η μεγάλη διάρκεια της παραγραφής δεν πρέπει να ενθαρρύνει την αδράνεια των διοικητικών αρχών ούτε να αφήνει τον πολίτη ή την επιχείρηση σε μακρά περίοδο ανασφάλειας. Ο φορολογούμενος πρέπει να γνωρίζει μέσα σε εύλογο χρόνο αν ελέγχεται και για ποια χρήση, ώστε να μπορεί να αμυνθεί ουσιαστικά.
Με απλά λόγια:
άλλο πράγμα η πραγματική αποκάλυψη νέων στοιχείων και άλλο πράγμα η καθυστερημένη αξιοποίηση στοιχείων που η Διοίκηση μπορούσε ήδη να έχει ελέγξει.
Τι πρέπει να προσέξει ο φορολογούμενος
Όταν έρχεται έλεγχος για παλιές χρήσεις, ο φορολογούμενος πρέπει να ζητήσει και να ελέγξει προσεκτικά:
Ποια χρήση ελέγχεται.
Πότε έληγε η αρχική πενταετής παραγραφή.
Σε ποια διάταξη βασίζεται η Εφορία για την επέκταση του χρόνου.
Ποια ακριβώς είναι τα δήθεν νέα ή συμπληρωματικά στοιχεία.
Πότε περιήλθαν στη γνώση της Διοίκησης.
Αν μπορούσαν να είχαν αναζητηθεί μέσα στην πενταετία.
Αν η παράταση της παραγραφής στηρίζεται σε στοιχεία που δεν είναι πραγματικά νέα, ο έλεγχος και οι πράξεις που ακολουθούν μπορεί να προσβληθούν με τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα.
Η Εφορία έχει δικαίωμα να ελέγχει. Δεν έχει όμως δικαίωμα να κρατά τον φορολογούμενο επ’ αόριστον όμηρο παλιών χρήσεων.
Η πενταετία είναι ο κανόνας. Η δεκαετία είναι εξαίρεση. Και η εξαίρεση πρέπει να αποδεικνύεται συγκεκριμένα, όχι να επικαλείται γενικά.
Μην αφήνεις έναν παλιό έλεγχο να περνά χωρίς έλεγχο της νομιμότητάς του. Ρώτα λογιστή ή δικηγόρο, ζήτησε τα στοιχεία, έλεγξε την παραγραφή και υπερασπίσου τα δικαιώματά σου.
Το κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη νομική ή φορολογική συμβουλή.

