Από την επανάσταση στα λόγια, στις επιχορηγήσεις, στις κρατικές θέσεις και στο χειροκρότημα των ευκολόπιστων
Για δεκαετίες, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής Αριστεράς κυκλοφορούσε στην πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας κρατώντας στα χέρια του ένα υποτιθέμενο πιστοποιητικό ανώτερης ηθικής.
Δεν χρειαζόταν να αποδείξει τίποτε.
Αρκούσε να δηλώνει «προοδευτικό».
Αρκούσε να επικαλείται τους αγώνες, την αντίσταση, τους εξόριστους, τους φυλακισμένους και τους νεκρούς άλλων εποχών. Αρκούσε να κουνά το δάχτυλο στους υπόλοιπους, να μοιράζει πιστοποιητικά δημοκρατικότητας και να βαφτίζει «αντιδραστικό» όποιον τολμούσε να αμφισβητήσει την πολιτική του αγιογραφία.
Έτσι γεννήθηκε το περιβόητο «ηθικό πλεονέκτημα».
Όχι ως πραγματικό ηθικό ανάστημα, αλλά ως πολιτικό άλλοθι.
Ένα άλλοθι που επέτρεπε στους αυτόκλητους εκπροσώπους της προόδου να συγχωρούν στον εαυτό τους όσα καταδίκαζαν με οργή στους αντιπάλους τους. Να καταγγέλλουν τον κρατισμό, ενώ ζούσαν από το κράτος. Να καταριούνται την εξουσία, ενώ παρακαλούσαν για μια θέση δίπλα της. Να μιλούν για τον λαό, χωρίς να αντέχουν ούτε μία ώρα ανάμεσα στους πραγματικούς ανθρώπους του μόχθου.
Το «ηθικό πλεονέκτημα» δεν το γκρέμισε η Δεξιά.
Το ξεπούλησαν εκείνοι που το έκαναν επάγγελμα.
Από τα αμφιθέατρα στα σαλόνια
Οι παλιοί επαναστάτες μεγάλωσαν.
Κάποιοι ωρίμασαν, αναθεώρησαν, αμφισβήτησαν τα ίδια τους τα πιστεύω και τόλμησαν να συγκρουστούν με τη βεβαιότητα της νεότητάς τους. Αυτοί, είτε συμφωνεί κανείς μαζί τους είτε όχι, απέδειξαν ότι διαθέτουν σκέψη και πνευματική εντιμότητα.
Οι υπόλοιποι απλώς βολεύτηκαν.
Από τα αμφιθέατρα πέρασαν στα υπουργικά γραφεία. Από τις πορείες στις δεξιώσεις. Από την «πάλη των τάξεων» στις κρατικές επιχορηγήσεις, στα διοικητικά συμβούλια, στις επιτροπές και στα τηλεοπτικά πάνελ.
Κράτησαν μόνο τη φρασεολογία.
Η επανάσταση έγινε ντεκόρ σαλονιού. Ο σοσιαλισμός μετατράπηκε σε αισθητική επιλογή. Η εξέγερση περιορίστηκε σε μια βαρύγδουπη ανάρτηση, γραμμένη ανάμεσα σε δύο κρατικές αναθέσεις και σε τρεις δημόσιες εμφανίσεις.
Έμειναν «αντισυστημικοί» με όλες τις πόρτες του συστήματος ανοιχτές.
Έμειναν «διωκόμενοι» με μόνιμη θέση στα κρατικά μέσα ενημέρωσης.
Έμειναν «επαναστάτες» με γραμματείς, οδηγούς, συμβούλους και δημοσίους υπαλλήλους να φροντίζουν τις ανάγκες τους.
Η διανόηση που σταμάτησε να σκέφτεται
Η πραγματική διανόηση υπάρχει για να αμφισβητεί.
Να ενοχλεί.
Να συγκρούεται με τις βεβαιότητες, ακόμη και με τις δικές της. Να ανοίγει δρόμους εκεί όπου το κόμμα, η παράταξη και το πλήθος απαιτούν υπακοή.
Η κομματική «διανόηση», αντιθέτως, υπάρχει για να δικαιολογεί.
Να βρίσκει περίπλοκες λέξεις για τις απλές υποκρισίες. Να βαφτίζει το ψέμα «πολιτική αφήγηση», την αποτυχία «κοινωνικό πείραμα», την ανικανότητα «ριζοσπαστική διακυβέρνηση» και την κομματική νομή του κράτους «αποκατάσταση της δημοκρατίας».
Δεν παράγει σκέψη.
Παράγει άλλοθι.
Γι’ αυτό και ο λόγος της είναι συχνά ένα λεκτικό κουβάρι χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Ατελείωτες αναφορές, βαρύγδουπες έννοιες και δήθεν βαθυστόχαστες αναλύσεις, ώστε κανείς να μη διαπιστώσει ότι πίσω από τις λέξεις δεν υπάρχει τίποτε.
Ούτε πρόταση.
Ούτε λύση.
Ούτε αυτοκριτική.
Μόνο η αλαζονική βεβαιότητα ότι αυτοί βρίσκονται πάντοτε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, ακόμη κι όταν η Ιστορία τούς έχει ήδη προσπεράσει.
Οι έμποροι της νεανικής αθωότητας
Το πιο αποκρουστικό, όμως, δεν είναι η προσωπική τους τακτοποίηση.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται τον αυθεντικό ενθουσιασμό των νέων ανθρώπων.
Οι νέοι έχουν ανάγκη να πιστέψουν. Να αμφισβητήσουν. Να συγκρουστούν. Να ονειρευτούν έναν δικαιότερο κόσμο. Αυτή η ανάγκη είναι υγιής, τίμια και δημιουργική.
Πάνω σε αυτήν ακριβώς την ανάγκη στήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία ιδεολογικής εκμετάλλευσης.
Οι βολεμένοι δάσκαλοι της επανάστασης απευθύνονται στους νέους σαν να διαθέτουν ακόμη το μονοπώλιο της ευαισθησίας. Τους προσφέρουν έτοιμους εχθρούς, έτοιμα συνθήματα και έτοιμες απαντήσεις. Τους μαθαίνουν να χειροκροτούν πριν μάθουν να σκέφτονται.
Ζητούν από τη φοιτήτρια να ερωτευτεί τον ρήτορα, όχι να ελέγξει τα λεγόμενά του.
Να συγκινηθεί από τη σκηνοθεσία, όχι να εξετάσει την πραγματικότητα.
Να θαυμάσει τον «αντισυστημικό» που εδώ και δεκαετίες ζει, εργάζεται και ευημερεί μέσα στον σκληρό πυρήνα του συστήματος.
Είναι οι ίδιοι που μιλούν για ελευθερία, αλλά εξοργίζονται όταν ένας νέος άνθρωπος σκέφτεται διαφορετικά. Οι ίδιοι που υμνούν την αμφισβήτηση, αρκεί να μην αμφισβητούνται οι ίδιοι. Οι ίδιοι που διακηρύσσουν την πολυφωνία, αλλά απαιτούν ιδεολογική πειθαρχία από όσους βρίσκονται γύρω τους.
Δεν θέλουν νέους πολίτες.
Θέλουν νεαρούς οπαδούς.
Ο «Πολιτευτής» δεν πέθανε ποτέ
Ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε περιγράψει εγκαίρως τον ανθρωπότυπο.
Τον επαγγελματία της πολιτικής ρητορείας. Εκείνον που αντιγράφει τη φωνή των άλλων, ιδιοποιείται την αγωνία τους και μετατρέπει την αλήθεια τους σε υλικό προσωπικής καριέρας.
Τον άνθρωπο που προσαρμόζει τις ιδέες στις ανέσεις του.
Που μιλά για ισότητα από θέση προνομίου.
Που καταγγέλλει τη γραφειοκρατία, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν.
Που χειροκροτεί την αλήθεια, αρκεί να μη διαταράσσει τη βολή του.
Ο «Πολιτευτής» δεν ανήκει σε μία παράταξη. Υπάρχει παντού όπου η ιδεολογία γίνεται επάγγελμα, όπου η πολιτική γίνεται σταδιοδρομία και όπου η ηθική χρησιμοποιείται ως όπλο εναντίον των άλλων.
Στην ελληνική Αριστερά, όμως, απέκτησε ένα επιπλέον προνόμιο: παρουσιάστηκε ως ηθικός κριτής ολόκληρης της κοινωνίας.
Και γι’ αυτό η πτώση του ήταν τόσο θορυβώδης.
Η επιλεκτική ευαισθησία
Οι επαγγελματίες του «ηθικού πλεονεκτήματος» είναι αμείλικτοι απέναντι στους αντιπάλους τους και απίστευτα επιεικείς απέναντι στους δικούς τους.
Η ίδια πράξη αλλάζει ηθικό περιεχόμενο ανάλογα με το κομματικό χρώμα εκείνου που την πραγματοποιεί.
Η οικογενειοκρατία είναι σκάνδαλο όταν αφορά τον αντίπαλο και «συντροφική εμπιστοσύνη» όταν αφορά τον δικό τους χώρο.
Η προπαγάνδα είναι εγκληματική όταν προέρχεται από τους άλλους και «πολιτική επικοινωνία» όταν υπηρετεί τη δική τους παράταξη.
Η αλαζονεία της εξουσίας είναι καταδικαστέα μέχρι τη στιγμή που την εξουσία καταλαμβάνουν οι ίδιοι.
Τότε όλα δικαιολογούνται.
Οι διορισμοί γίνονται κοινωνική δικαιοσύνη. Η ανικανότητα γίνεται ηρωική διαπραγμάτευση. Η κωλοτούμπα γίνεται αναγκαίος συμβιβασμός. Η προσκόλληση στην καρέκλα γίνεται ιστορική ευθύνη.
Πρόκειται για μια ηθική χωρίς σταθερές αρχές.
Μια ηθική που δεν κρίνει πράξεις, αλλά πρόσωπα.
Δεν εξετάζει τι έγινε, αλλά ποιος το έκανε.
Το τέλος μιας πολιτικής απάτης
Το «ηθικό πλεονέκτημα» πέθανε επειδή αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν ποτέ συλλογική αρετή.
Ήταν ένας μηχανισμός πολιτικής κυριαρχίας.
Ένας τρόπος να φιμώνεται η κριτική, να ενοχοποιείται η διαφωνία και να μετατρέπεται κάθε πολιτική συζήτηση σε δικαστήριο προθέσεων.
Δεν αρκεί να δηλώνεις αριστερός για να είσαι δίκαιος.
Δεν αρκεί να δηλώνεις προοδευτικός για να είσαι δημοκράτης.
Δεν αρκεί να τραγουδάς για τον λαό για να τον σέβεσαι.
Η ηθική δεν κληρονομείται από τις θυσίες προηγούμενων γενεών. Δεν μεταβιβάζεται κομματικά και δεν απονέμεται με πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων.
Κατακτάται καθημερινά, με συνέπεια, αυτοκριτική και προσωπικό κόστος.
Και ακριβώς αυτά είναι που έλειψαν από τους βολεμένους ιεροκήρυκες της προόδου.
Το λεγόμενο «ηθικό πλεονέκτημα» δεν χάθηκε στον δρόμο, στις εξορίες ή στις φυλακές.
Πέθανε στα σαλόνια.
Ανάμεσα σε επιχορηγήσεις, κρατικές θέσεις, τηλεοπτικές εμφανίσεις και βαρύγδουπες διαλέξεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης.
Πέθανε τη στιγμή που η επανάσταση έγινε επάγγελμα και η ιδεολογία εισιτήριο κοινωνικής ανέλιξης.
Και τώρα απέμειναν οι ίδιοι άνθρωποι να μιλούν ακόμη για αμφισβήτηση, περιμένοντας από κάποια νέα φοιτητριούλα να τους κοιτάξει με θαυμασμό.
Μόνο που το χειροκρότημα λιγοστεύει.
Και πίσω από τις μεγάλες λέξεις φαίνεται πλέον καθαρά το μόνο πράγμα που προσπάθησαν τόσα χρόνια να κρύψουν:
Η βόλεψή τους.

