Η ελεύθερη κοινωνία δεν χρειάζεται «χωροφύλακες λέξεων», αλλά ώριμους πολίτες που κρίνουν, αμφισβητούν και δέχονται να κριθούν
Η κρίση δεν αποτελεί ελάττωμα του ανθρώπου. Είναι θεμελιώδης λειτουργία της σκέψης του. Ο άνθρωπος παρατηρεί, συγκρίνει, αξιολογεί, συμφωνεί ή απορρίπτει. Χωρίς αυτή τη διαδικασία δεν υπάρχει συνείδηση, πολιτική επιλογή, κοινωνικός έλεγχος και, τελικά, δημοκρατία.
Μια κοινωνία στην οποία οι πολίτες φοβούνται να εκφράσουν την κρίση τους δεν είναι περισσότερο προοδευτική ή ανεκτική. Είναι μια κοινωνία περισσότερο σιωπηλή, φοβισμένη και ευάλωτη στην επιβολή.
Το δικαίωμα να κρίνουμε, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι όσα λέμε μένουν στο απυρόβλητο. Κάθε κρίση βρίσκεται και η ίδια υπό την κρίση των άλλων. Όποιος διατυπώνει δημόσια μια άποψη πρέπει να είναι έτοιμος να ακούσει την αντίθετη θέση, να δεχθεί την αμφισβήτηση, να απαντήσει στα επιχειρήματα και, εφόσον αποδειχθεί ότι σφάλλει, να αναθεωρήσει.
Αυτή ακριβώς η αμφίδρομη διαδικασία αποτελεί τον πυρήνα της ελεύθερης κοινωνίας.
Άλλο κρίση, άλλο προσβολή
Η ελευθερία της έκφρασης δεν καταργεί την ευγένεια, τη διακριτικότητα και τον σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν νομιμοποιεί τη συκοφαντία, την απειλή, τον εξευτελισμό ή τη στοχοποίηση.
Όμως δεν μπορεί κάθε αυστηρή άποψη, κάθε διαφωνία και κάθε δυσάρεστη αξιολόγηση να παρουσιάζεται ως «προσβολή». Εάν ταυτίσουμε την κριτική με τη βία, στο τέλος θα απαγορεύσουμε την ίδια τη διαφωνία.
Το «δεν σε κρίνω», που συχνά παρουσιάζεται ως απόδειξη ηθικής ανωτερότητας, δεν είναι πάντοτε κατάκτηση. Μπορεί να εξελιχθεί σε παραίτηση από μια βασική ανθρώπινη και δημοκρατική λειτουργία. Διότι αν δεν κρίνουμε τις πράξεις, τις συμπεριφορές, τις ιδέες και κυρίως εκείνους που ασκούν εξουσία, τότε ποιος θα τους ελέγξει;
Χωρίς κρίση δεν υπάρχει λογοδοσία. Και χωρίς λογοδοσία, η δημοκρατία μετατρέπεται εύκολα σε διαχείριση της σιωπής.
Οι νέοι «χωροφύλακες» της δημόσιας συζήτησης
Το πρόβλημα αρχίζει όταν εμφανίζονται αυτόκλητοι επιτηρητές της γλώσσας, οι οποίοι δεν αρκούνται να αντικρούσουν μια άποψη, αλλά απαιτούν την εξαφάνισή της. Δεν συζητούν με τον άνθρωπο που διαφωνεί· επιδιώκουν να τον απομονώσουν, να τον στιγματίσουν και να τον αποκλείσουν από τον δημόσιο διάλογο.
Έτσι, η κρίση παύει να αποτελεί δικαίωμα όλων και παραδίδεται σε μια κατηγορία δήθεν «ειδικών» και «εκπαιδευμένων» στην κοινωνική ακύρωση. Αυτοί αποφασίζουν ποιες λέξεις επιτρέπονται, ποιες απόψεις είναι αποδεκτές και ποιος δικαιούται να μιλά.
Όμως η δημοκρατία δεν χρειάζεται ιερατεία επιτρεπόμενων απόψεων. Χρειάζεται ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
Η απάντηση σε μια προβληματική κρίση πρέπει να είναι η τεκμηριωμένη αντίκρουση. Σε μια άδικη άποψη, η απάντηση είναι τα γεγονότα. Στην προκατάληψη, η γνώση. Στην υπερβολή, η ψυχραιμία. Και στη συκοφαντία, όπου απαιτείται, υπάρχουν οι νόμοι.
Η κοινωνία δεν βελτιώνεται όταν φοβάται τις λέξεις. Βελτιώνεται όταν μαθαίνει να τις αντιμετωπίζει.
Ελεύθεροι να κρίνουμε — έτοιμοι να κριθούμε
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να σταματήσουν οι άνθρωποι να κρίνουν. Αυτό ούτε μπορεί ούτε πρέπει να συμβεί. Το ζητούμενο είναι να μάθουν να κρίνουν με επιχειρήματα, ευθύνη και σεβασμό — και ταυτόχρονα να έχουν το θάρρος να δέχονται την κρίση των άλλων.
Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι ελευθερία από τις αντιδράσεις. Είναι, όμως, προστασία από τη φίμωση.
Η δημοκρατία δεν οικοδομείται με πολίτες που επαναλαμβάνουν όσα θεωρούνται κάθε φορά κοινωνικά ασφαλή. Οικοδομείται με πολίτες που σκέφτονται, αμφισβητούν, διαφωνούν και συνομιλούν.
Γιατί όταν μια κοινωνία παραχωρεί σε «χωροφύλακες λέξεων» το δικαίωμα να αποφασίζουν ποια κρίση επιτρέπεται, δεν καταργεί την κρίση. Απλώς παραδίδει την εξουσία της σε εκείνους που θεωρούν ότι μόνο οι ίδιοι δικαιούνται να κρίνουν.

