Η ανεξαρτητοποίηση Γεροβασίλη, η διαγραφή Κασιμάτη και οι προσχωρήσεις Καραμέρου–Κεδίκογλου στην ΕΛΑΣ αναδιατάσσουν τον χώρο πριν από τη ΔΕΘ – Το πολιτικό στοίχημα, όμως, δεν κρίνεται από τα ονόματα αλλά από την αξιοπιστία και το πρόγραμμα
Η κεντροαριστερά εισέρχεται στη μάχη της ΔΕΘ και στην προεκλογική περίοδο με το βλέμμα στραμμένο ταυτόχρονα στα κοινωνικά προβλήματα και στις εσωτερικές της μετακινήσεις.
Ακρίβεια, ιδιωτικό χρέος, πρώτη κατοικία, στεγαστικό και εξωτερική πολιτική προσφέρουν άφθονο πεδίο αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Την ίδια ώρα, όμως, κόμματα και νέα πολιτικά σχήματα μετρούν βουλευτές, αναζητούν στελέχη και προετοιμάζουν ψηφοδέλτια, δίνοντας την εικόνα μιας παρατεταμένης «μεταγραφικής περιόδου».
Το πρόβλημα δεν είναι ότι πολιτικοί αλλάζουν κόμμα. Οι πολιτικές συνθήκες μεταβάλλονται και οι διαφωνίες μπορούν να οδηγήσουν σε αποχωρήσεις. Το κρίσιμο είναι αν κάθε μετακίνηση συνοδεύεται από καθαρή πολιτική εξήγηση και συνέπεια απέναντι στην εντολή των ψηφοφόρων ή αν η βουλευτική έδρα αντιμετωπίζεται ως προσωπικό εισιτήριο προς τον επόμενο κομματικό προορισμό.
Δύο διαφορετικοί δρόμοι αποχώρησης
Ο Γιώργος Καραμέρος και ο Συμεών Κεδίκογλου αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, παραιτήθηκαν από το βουλευτικό τους αξίωμα και στη συνέχεια εντάχθηκαν στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα. Η επιλογή τους να παραδώσουν την έδρα πριν περάσουν στο νέο σχήμα αποτελεί ουσιώδη πολιτική διαφοροποίηση από τη συνήθη πρακτική της ανεξαρτητοποίησης με διατήρηση της κοινοβουλευτικής ιδιότητας.
Η ένταξη του Συμεών Κεδίκογλου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Εύβοια. Ένας πρώην βουλευτής του νομού περνά πλέον στο υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα Τσίπρα, προσφέροντάς του παρουσία και αναγνωρισιμότητα σε μια περιοχή με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό. Αυτό, πάντως, δεν αρκεί από μόνο του. Η νέα κομματική ταυτότητα θα δοκιμαστεί στις θέσεις για τα πραγματικά προβλήματα της Εύβοιας και όχι στο βίντεο της προσχώρησης.
Διαφορετική είναι η περίπτωση της Όλγας Γεροβασίλη. Η βουλευτής Άρτας γνωστοποίησε στις 24 Αυγούστου την αποχώρησή της από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και συνεχίζει ως ανεξάρτητη. Παράλληλα παραιτήθηκε από τη θέση της Ε΄ αντιπροέδρου της Βουλής, όπως αναφέρεται ρητά στην επιστολή της προς τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου.
Η Νίνα Κασιμάτη έχει επίσης τεθεί εκτός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ με απόφαση της Ρένας Δούρου. Οι πληροφορίες που τη συνδέουν με πιθανή ένταξη στο ΠΑΣΟΚ επιμένουν, αλλά έως τώρα δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση προσχώρησης. Η διάκριση έχει σημασία: άλλο το πολιτικό παρασκήνιο και άλλο ένα τετελεσμένο γεγονός.
Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει ξανά τους ρόλους
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να διατηρήσει κοινοβουλευτική παρουσία με περιορισμένο πλέον αριθμό βουλευτών και με πολλαπλά χαρτοφυλάκια για κάθε μέλος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Στην επίσημη κατανομή αρμοδιοτήτων, η Ρένα Δούρου ανέλαβε τους τομείς Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας. Ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος ανέλαβε Εσωτερικών και Αγροτικής Ανάπτυξης, ο Παύλος Πολάκης Υγείας και Διαφάνειας, ο Νίκος Παππάς Οικονομικών και Ανάπτυξης, καθώς και Ναυτιλίας, ενώ ο Χρήστος Γιαννούλης ανέλαβε Μεταφορές και Υποδομές, Ενέργεια και Περιβάλλον.
Ο Γιώργος Παπαηλιού έχει τους τομείς Προστασίας του Πολίτη, Δικαιοσύνης και Εργασίας, η Έλενα Ακρίτα Δικαιώματα και Ισότητα, Ψηφιακή Πολιτική, Πρόνοια και Κοινωνική Συνοχή, η Θεοδώρα Ακριώτου Πολιτισμό, Μετανάστευση και Άσυλο και ο Γιάννης Καριπίδης Κλιματική Κρίση, Πολιτική Προστασία και Τουρισμό. Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας είναι ο Γιάννης Αμανατίδης και διευθύντρια η Νατάσα Γκαρά.
Η εικόνα δείχνει προσπάθεια λειτουργικής ανασύνταξης, αλλά φανερώνει ταυτόχρονα το μέγεθος της συρρίκνωσης. Όταν σχεδόν κάθε βουλευτής πρέπει να καλύπτει δύο ή τρεις κρίσιμους τομείς, η ανακατανομή τίτλων δεν αρκεί. Χρειάζονται παραγωγή πολιτικής, κοινοβουλευτικός έλεγχος και οργανωτική παρουσία στην κοινωνία.
Η συλλογική ηγεσία Δούρου, Παππά και Πολάκη αναζητεί συγκλίσεις με ανεξάρτητους και με δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς. Ωστόσο, η επιθυμία συνεργασίας δεν εξαφανίζει τις διαφωνίες για την ηγεσία, την εκλογική ταυτότητα και την αυτονομία κάθε φορέα.
ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία
Η μεγαλύτερη σύγκρουση διαμορφώνεται ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.
Η ΕΛΑΣ επιχειρεί να αποκτήσει προγραμματικό βάθος, ενώ παράλληλα επενδύει στην επικοινωνία και σε μια σειρά δημόσιων εντάξεων. Η καμπάνια του Αλέξη Τσίπρα επιδιώκει να επαναφέρει τη σαφή διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς και να παρουσιάσει το νέο σχήμα ως κεντρικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας. Το ζητούμενο είναι αν πίσω από το επικοινωνιακό περίβλημα θα υπάρξουν συνεκτικές και κοστολογημένες θέσεις, χωρίς αντιφάσεις σε ζητήματα όπως η φορολογία και τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη πλευρά, θέλει να αξιοποιήσει τη ΔΕΘ για να εμφανιστεί ως έτοιμη κυβερνητική επιλογή. Ο Νίκος Ανδρουλάκης προετοιμάζει την πολιτική του αντεπίθεση με έμφαση στην πρώτη κατοικία, στο ιδιωτικό χρέος, στην παιδεία και στις συντάξεις, υποσχόμενος ολοκληρωμένο και κοστολογημένο πρόγραμμα.
Η Χαριλάου Τρικούπη θέλει να καταστήσει σαφές ότι δεν παραχωρεί στην ΕΛΑΣ την πρωτοβουλία στον προοδευτικό χώρο. Γι’ αυτό και η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τις προτάσεις προς την κυβέρνηση, αλλά και την πατρότητα των προτάσεων, την πολιτική αξιοπιστία και το ποιος μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία.
Η Νέα Αριστερά μπροστά στις αποφάσεις
Στο ίδιο σύνθετο τοπίο, η Νέα Αριστερά προετοιμάζει έκτακτο συνέδριο για τον Οκτώβριο. Εκεί θα εκλεγεί νέα ηγεσία και θα συζητηθεί η στρατηγική της απέναντι στις διεργασίες του ευρύτερου χώρου. Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης έχει ήδη δηλώσει ότι ο στόχος δεν είναι μια απομονωμένη εκλογική κάθοδος, αλλά μια ευρύτερη σύγκλιση δυνάμεων της Αριστεράς και της Οικολογίας με όρους αξιοπιστίας και αξιοπρέπειας.
Από τη διακήρυξη της ενότητας μέχρι την κοινή κάθοδο, όμως, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Πρέπει να απαντηθούν ερωτήματα για το πρόγραμμα, τον επικεφαλής, το όνομα, τη λήψη αποφάσεων και τη σχέση των υφιστάμενων κομμάτων με ένα πιθανό νέο σχήμα.
Η κοινωνία δεν ψηφίζει πίνακα μεταγραφών
Οι ανακατατάξεις μπορεί να αλλάζουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και να προσφέρουν πρόσκαιρη επικοινωνιακή δυναμική. Δεν λύνουν, όμως, από μόνες τους ούτε το στεγαστικό ούτε το πρόβλημα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών ούτε την καθημερινή πίεση της ακρίβειας.
Η κεντροαριστερά θα κριθεί από το αν μπορεί να διατυπώσει πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και όχι από το πόσα γνωστά ονόματα θα εμφανιστούν κάτω από διαφορετικό κομματικό λογότυπο.
Οι βουλευτές μπορεί να πηγαίνουν και να έρχονται. Η εμπιστοσύνη των πολιτών, όμως, όταν χαθεί, δεν μεταγράφεται τόσο εύκολα.

