Η υπόθεση με τον Θάνο Ντόκο δεν είναι απλώς μια «φάρσα». Δεν είναι ένα αστείο βίντεο για να γελάσει το διαδίκτυο. Είναι ένα πολιτικό και θεσμικό φιάσκο, στο πιο ευαίσθητο σημείο του κρατικού μηχανισμού: την εθνική ασφάλεια.
Ο Γενικός Γραμματέας Εθνικής Ασφάλειας και στενός σύμβουλος του πρωθυπουργού εμφανίστηκε να συνομιλεί με τους γνωστούς Ρώσους φαρσέρ Vovan και Lexus, πιστεύοντας ότι μιλά με Ουκρανό αξιωματούχο, ενώ στη συζήτηση τέθηκαν ζητήματα για ουκρανικό drone, ελληνικά ύδατα, τουρισμό, ναυσιπλοΐα, σχέσεις Ελλάδας–Ουκρανίας και πολιτικές συνέπειες ενόψει εκλογών.
Η κυβέρνηση έσπευσε να μιλήσει για «υβριδική επίθεση» με χρήση προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης, διαβεβαιώνοντας ότι δεν υπήρξε διαρροή απόρρητων ή εμπιστευτικών πληροφοριών. Μόνο που εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα: όταν η απάντηση ενός κράτους στο θεσμικό στραπάτσο είναι «ευτυχώς δεν είπαμε απόρρητα», τότε ήδη έχει χαμηλώσει επικίνδυνα ο πήχης της σοβαρότητας.
Ο ίδιος ο κ. Ντόκος, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, υποστήριξε ότι η εικόνα και η φωνή ήταν πειστικές, ότι είχαν προηγηθεί διαδικασίες που του έδιναν την εντύπωση θεσμικής επικοινωνίας και ότι μετά το τέλος της συνομιλίας ενημέρωσε την ΕΥΠ και επικοινώνησε με τον πραγματικό Ουκρανό αξιωματούχο για να διαπιστώσει πως είχε εξαπατηθεί.
Απέναντι σε αυτή την εκδοχή, όμως, ήρθε η ωμή απάντηση των ίδιων των Ρώσων φαρσέρ. Ο Βλαντίμιρ Κουζνέτσοφ, γνωστός ως Vovan, ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε καμία περίπλοκη «υβριδική» επιχείρηση, αλλά ένα απλό email μέσω Gmail στο οποίο, όπως είπε, υπήρξε απάντηση.
Και εδώ δεν χωράει επικοινωνιακό μακιγιάζ. Είτε υπήρξε προηγμένη τεχνολογία, είτε υπήρξε απλό ηλεκτρονικό μήνυμα, το ερώτημα μένει ίδιο και βαρύ: ποιο πρωτόκολλο ασφαλείας επέτρεψε σε ξένους προβοκάτορες να φτάσουν σε συνομιλία με τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα στον πρωθυπουργό για ζητήματα εθνικής ασφάλειας;
Δεν μιλάμε για έναν τυχαίο κρατικό υπάλληλο. Μιλάμε για πρόσωπο με θεσμικό βάρος, με πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες, με ρόλο στη διαχείριση εθνικών θεμάτων. Άρα η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν «την πάτησε» προσωπικά ο Ντόκος. Το ζήτημα είναι αν την πάτησε ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός.
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σοβαρή επειδή οι Vovan και Lexus δεν είναι άγνωστοι. Έχουν στοχοποιήσει στο παρελθόν υψηλόβαθμους αξιωματούχους και διεθνείς προσωπικότητες, από τον Ντέιβιντ Κάμερον και τον Μπεν Γουάλας έως την Τζόρτζια Μελόνι, αξιοποιώντας την πλαστοπροσωπία ως εργαλείο πολιτικής έκθεσης και προπαγανδιστικής αξιοποίησης.
Άρα δεν υπάρχει το άλλοθι της «πρώτης φοράς». Δεν έπεσε η Ελλάδα πάνω σε μια άγνωστη μέθοδο. Έπεσε πάνω σε ένα γνωστό μοτίβο, από γνωστούς δράστες, με γνωστή διεθνή δράση. Και αυτό κάνει το κενό ακόμη πιο ανησυχητικό.
Το ΠΑΣΟΚ ζήτησε την παραίτηση του κ. Ντόκου, ενώ η υπόθεση άνοιξε πολιτική αντιπαράθεση για το αν υπήρξε προσωπικό λάθος ή συστημική αποτυχία ασφαλείας. Όμως το κρίσιμο δεν είναι μόνο ποιος θα πληρώσει πολιτικά το περιστατικό. Το κρίσιμο είναι αν θα αλλάξει πραγματικά κάτι ή αν, όπως συνήθως, θα βαφτίσουμε το πάθημα «αναβάθμιση πρωτοκόλλων» και θα συνεχίσουμε σαν να μη συνέβη τίποτα.
Γιατί εδώ δεν έχουμε απλώς μια άβολη στιγμή μπροστά στην κάμερα. Έχουμε μια εικόνα κράτους που εμφανίζεται αιφνιδιασμένο, εκτεθειμένο και πρόχειρο. Έχουμε έναν κορυφαίο θεσμικό κρίκο που συνομιλεί με λάθος ανθρώπους για σωστά ευαίσθητα θέματα. Και έχουμε μια κυβέρνηση που προσπαθεί να μετατρέψει το φιάσκο σε μάθημα κυβερνοασφάλειας.
Μόνο που η εθνική ασφάλεια δεν είναι σεμινάριο μετά το λάθος. Είναι πρωτόκολλο πριν από το λάθος.
Και όταν το Gmail φτάνει μέχρι το Μαξίμου, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι Ρώσοι φαρσέρ. Είναι οι ελληνικές πόρτες που άνοιξαν.

