Ο Έλληνας κτηνοτρόφος πιέζεται, η εγχώρια παραγωγή συρρικνώνεται και ο καταναλωτής συνεχίζει να πληρώνει πανάκριβα. Ποιος κερδίζει τελικά από τις εισαγωγές;
Μας έλεγαν ότι με τις εισαγωγές κρέατος από τη Νότια Αμερική θα αυξανόταν ο ανταγωνισμός, θα έπεφταν οι τιμές και θα κέρδιζε ο καταναλωτής.
Σήμερα, όμως, βλέπουμε αργεντίνικο Black Angus να πωλείται σχεδόν 40 ευρώ το κιλό.
Και το ερώτημα είναι απλό:
Αν ο Έλληνας κτηνοτρόφος πιέζεται, αν η εγχώρια παραγωγή συρρικνώνεται και οι τιμές παραμένουν στα ύψη, τότε ποιος είναι τελικά ο κερδισμένος;
Οι εισαγωγές δεν σημαίνουν αυτομάτως χαμηλότερες τιμές
Για χρόνια καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι το άνοιγμα της αγοράς και η εισαγωγή φθηνότερων προϊόντων θα οδηγούσαν σχεδόν αυτόματα σε μειώσεις τιμών.
Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ διαφορετική.
Ανάμεσα στον παραγωγό της Νότιας Αμερικής και στον Έλληνα καταναλωτή παρεμβάλλεται μια ολόκληρη εμπορική αλυσίδα: εξαγωγείς, εισαγωγείς, μεταφορικές εταιρείες, αποθήκες, χονδρέμποροι και επιχειρήσεις λιανικής πώλησης.
Όταν δεν υπάρχει διαφάνεια στα περιθώρια κέρδους, το όφελος από μια χαμηλότερη τιμή εισαγωγής δεν φτάνει υποχρεωτικά στο ράφι.
Μπορεί να παραμένει στα ενδιάμεσα στάδια της διακίνησης.
Ο παραγωγός χάνει — ο καταναλωτής δεν κερδίζει
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα.
Ο Έλληνας κτηνοτρόφος καλείται να ανταγωνιστεί προϊόντα χωρών με εντελώς διαφορετικό κόστος παραγωγής, εργασίας, ζωοτροφών, ενέργειας και γης.
Την ίδια ώρα, είναι υποχρεωμένος να ανταποκριθεί σε αυστηρούς ευρωπαϊκούς κανονισμούς, κτηνιατρικούς ελέγχους, γραφειοκρατικές απαιτήσεις και συνεχώς αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα.
Το αποτέλεσμα είναι ένας επικίνδυνος παραλογισμός:
- Η ελληνική κτηνοτροφία συρρικνώνεται.
- Οι παραγωγοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα.
- Οι εισαγωγές αυξάνονται.
- Ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά.
Όταν, λοιπόν, χάνει ο παραγωγός και δεν κερδίζει ο καταναλωτής, είναι προφανές ότι κάποιοι άλλοι αποκομίζουν το όφελος.
Και αυτοί βρίσκονται στα ενδιάμεσα στάδια της αγοράς.
Ποιος ελέγχει την τιμή από το λιμάνι μέχρι το ράφι;
Δεν αρκεί να ανοίγουν τα σύνορα στις εισαγωγές και να παρουσιάζεται αυτό ως μέτρο προστασίας του καταναλωτή.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε:
Πόσο αγοράζεται το κρέας στη χώρα προέλευσης;
Πόσο κοστίζει όταν εισέρχεται στην Ελλάδα;
Σε ποια τιμή περνά στη χονδρική;
Πόσο τελικά πωλείται στον καταναλωτή;
Χωρίς αυτή τη διαφάνεια, κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει αν οι μειώσεις των δασμών και το φθηνότερο κόστος παραγωγής μεταφέρονται στην τελική τιμή ή μετατρέπονται σε μεγαλύτερα εμπορικά κέρδη.
Η χώρα δεν μπορεί να εγκαταλείψει την παραγωγή της
Μια χώρα που διαλύει την πρωτογενή παραγωγή της δεν αποκτά διατροφική ασφάλεια.
Αποκτά εξάρτηση.
Και όσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση από τις εισαγωγές, τόσο πιο ευάλωτος γίνεται ο καταναλωτής στις διεθνείς κρίσεις, στις μεταβολές των τιμών, στο κόστος μεταφοράς και στις αποφάσεις μεγάλων εμπορικών συμφερόντων.
Η ελληνική κτηνοτροφία δεν χρειάζεται άλλες διακηρύξεις και υποσχέσεις.
Χρειάζεται ουσιαστική στήριξη, μείωση του κόστους παραγωγής, αυστηρούς ελέγχους στις ελληνοποιήσεις, πλήρη ιχνηλασιμότητα και διαφάνεια σε όλα τα στάδια της αγοράς.
Γιατί, τελικά, οι εισαγωγές παρουσιάστηκαν ως λύση για τον καταναλωτή.
Αν όμως ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει πανάκριβα και ο Έλληνας κτηνοτρόφος οδηγείται στην εξαφάνιση, τότε η λύση αυτή εξυπηρετεί κάποιους άλλους.
Και είναι καιρός να μάθουμε ποιους.

