Στις 16 Μαρτίου 1964, η τουρκική κυβέρνηση ακύρωσε μονομερώς τη Σύμβαση του 1930 περί Εγκατάστασης, Εμπορίου και Ναυτιλίας με την Ελλάδα και άνοιξε τον δρόμο για ένα νέο πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Δεν ήταν μια απλή διοικητική πράξη. Ήταν η οργανωμένη ενεργοποίηση ενός μηχανισμού εκρίζωσης.
Μέσα σε λίγους μήνες, χιλιάδες άνθρωποι ξεριζώθηκαν βίαια από τα σπίτια, τις επιχειρήσεις και τις μνήμες τους, κουβαλώντας μαζί τους μόλις 20 κιλά αποσκευές και 20 δολάρια. Οι απελάσεις του 1964 δεν υπήρξαν ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά το τελειωτικό χτύπημα σε μια ιστορική ελληνική παρουσία αιώνων στην Πόλη.
Πώς στήθηκε ο διωγμός
Η απόφαση της Άγκυρας εφαρμόστηκε μεθοδικά και αδίστακτα. Οι πρώτοι κατάλογοι με ονόματα προς απέλαση δημοσιεύθηκαν στον τουρκικό Τύπο και ακολούθησαν αλλεπάλληλες λίστες, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με εκατοντάδες Έλληνες.
Η διαδικασία ήταν τρομοκρατική: νυχτερινές επισκέψεις αστυνομικών στα σπίτια, προσαγωγές στη Διεύθυνση Αστυνομίας, εξαναγκασμός σε υπογραφή εγγράφων που οι άνθρωποι δεν επιτρεπόταν ούτε να διαβάσουν, με «ομολογίες» περί κατασκοπείας.
Ο στόχος δεν ήταν απλώς η απέλαση. Ήταν ο δημόσιος εξευτελισμός, η ηθική εξόντωση και η κατασκευή του «εσωτερικού εχθρού».
Οι αριθμοί κρύβουν ανθρώπινα συντρίμμια
Μέχρι τον Οκτώβριο του 1964 είχαν απελαθεί 1.180 Έλληνες, ενώ τους επόμενους μήνες ο αριθμός έφτασε περίπου τις 12.500. Μαζί τους παρασύρθηκαν δεκάδες χιλιάδες ακόμη — συγγενείς, οικογένειες, άνθρωποι που δεν μπορούσαν πλέον να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον φόβου και διωγμού.
Πίσω όμως από τους αριθμούς υπήρχαν ζωές:
ανάπηροι, ηλικιωμένοι κατάκοιτοι, μάνες με βρέφη, επαγγελματίες, οικογενειάρχες.
Άνθρωποι που μέσα σε λίγες ώρες μετατράπηκαν από νοικοκυραίοι της Πόλης σε κυνηγημένους πρόσφυγες.
Με μια βαλίτσα στο χέρι, άφησαν πίσω σπίτια, καταστήματα, περιουσίες, εκκλησίες, σχολεία, τάφους προγόνων.
Άφησαν πίσω έναν ολόκληρο κόσμο.
Το 1964 ως κορύφωση μιας μακράς εθνοκάθαρσης
Οι απελάσεις δεν έπεσαν από τον ουρανό. Ήταν κρίκος σε μια αλυσίδα διώξεων που είχε ήδη χαραχτεί από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Το νήμα ξεκινά από το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908 και τη συστηματική πολιτική εκκαθάρισης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών.
Περνά από τις γενοκτονίες Αρμενίων και Ποντίων, τις διώξεις στην Ανατολική Θράκη, τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, τον νόμο του 1932 που απέκλεισε Έλληνες από επαγγέλματα, τα τάγματα εργασίας του 1941, τον εξοντωτικό φόρο περιουσίας του 1942 και τα Σεπτεμβριανά του 1955.
Το 1964 δεν ήταν, λοιπόν, ένα «διπλωματικό επεισόδιο».
Ήταν η κορύφωση μιας μακράς πολιτικής συρρίκνωσης, λεηλασίας και εκφοβισμού, που στόχευε στην εξαφάνιση του ελληνικού στοιχείου από την Κωνσταντινούπολη.
Οι απελάσεις του 1964 δεν ήταν απλώς μια σκοτεινή σελίδα της Ιστορίας. Ήταν ένα προσχεδιασμένο έγκλημα ξεριζωμού με κρατική σφραγίδα.
Και όσο κάποιοι επιμένουν να μιλούν για «παρεξηγήσεις» και «ιστορικές εκκρεμότητες», η αλήθεια μένει όρθια:
ο Ελληνισμός της Πόλης δεν έφυγε — διώχθηκε.
Δεν συρρικνώθηκε μόνος του — χτυπήθηκε συστηματικά, μέχρι να ματώσει, να λυγίσει, να ξεριζωθεί.

