Ξαφνικά, στην ελληνική δημόσια σκηνή, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρουσιάζεται περίπου ως υπερκόσμιο όργανο ηθικής κάθαρσης. Σαν να κατέβηκε από τις Βρυξέλλες για να χωρίσει τους ενόχους από τους αθώους και να σώσει τη χώρα από τη δική της σαπίλα.
Μόνο που η πολιτική πραγματικότητα είναι πολύ πιο βρόμικη από τα παραμύθια των τηλεοπτικών παραθύρων: όταν φάκελοι ανοίγουν σε συγκεκριμένη φάση, όταν η δημοσιότητα κατανέμεται επιλεκτικά και όταν η Ελλάδα ξανασερβίρεται ως υπόδειγμα ρουσφετολογικής διαφθοράς, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος ελέγχεται, αλλά και ποιος επιλέγει τον χρόνο, το βάρος και τη στόχευση του ελέγχου.
Η Κοβέσι δεν είναι Μεσσίας
Ας τελειώνουμε με την παιδική αφέλεια.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι καθαρτήριο πυρ. Δεν είναι η θεία δίκη των αφελών, ούτε η τελευταία ελπίδα των απογοητευμένων. Είναι ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός ισχύος, με θεσμικό ρόλο, πολιτικό αποτύπωμα και βαρύ γεωπολιτικό βάρος.
Και όποιος κάνει πως δεν βλέπει ότι τέτοιοι μηχανισμοί λειτουργούν μέσα σε ισορροπίες, συσχετισμούς, πιέσεις και σκοπιμότητες, είτε κοροϊδεύει τον εαυτό του είτε κοροϊδεύει τον κόσμο.
Η Ευρώπη δεν κινείται με αθωότητα. Κινείται με συμφέρον, ιεραρχήσεις και παραδείγματα προς συμμόρφωση.
Η Ελλάδα, δε, είναι πάντα ο εύκολος στόχος: η βολική χώρα που μπορεί να παρουσιαστεί ξανά ως εργαστήριο διαφθοράς, πελατειακού κράτους και θεσμικής παρακμής.
Και έτσι, αντί να χτυπηθεί μόνο η παθογένεια, χτυπιέται συνολικά η εικόνα της χώρας.
Στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν φύτρωσαν ξαφνικά τηλέφωνα μόνο από τη ΝΔ
Ας σοβαρευτούμε.
Υπάρχει έστω ένας πολίτης αυτής της χώρας που πιστεύει πραγματικά ότι σε έναν μηχανισμό όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, με αγροτικά χρήματα, τοπικά συμφέροντα, περιφερειακές εξαρτήσεις, ρουσφέτια και κομματικούς στρατούς, δεν έπεσαν τηλέφωνα από παντού;
Υπάρχει ένας που να πιστεύει ότι βουλευτές επαρχίας, παρατρεχάμενοι, κομματάρχες, αυτοδιοικητικοί και «δικοί μας άνθρωποι» από περισσότερους του ενός πολιτικούς χώρους δεν προσπάθησαν να σπρώξουν υποθέσεις, να ξεμπλοκάρουν αιτήματα, να εξυπηρετήσουν ημετέρους;
Αν υπάρχει, ζει εκτός Ελλάδας ή εκτός πραγματικότητας.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν υπήρξε πελατειακή δυσωδία.
Το πρόβλημα είναι ότι το πολιτικό σύστημα κάνει ξανά πως εκπλήσσεται από κάτι που γνωρίζει, ανέχεται και αναπαράγει επί δεκαετίες.
Και τότε γεννιέται το εύλογο ερώτημα:
γιατί, σε αυτή τη φάση, η προβολή πέφτει μονομερώς προς μία κατεύθυνση;
Όχι για να αθωωθεί κανείς. Αλλά για να μην παριστάνει κανείς ότι το πελατειακό κτήνος έχει μόνο ένα χρώμα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ο χρόνος
Στην πολιτική, η ουσία δεν είναι μόνο τι βγαίνει. Είναι και πότε βγαίνει.
Και όταν κάθε φορά που η κυβέρνηση φαίνεται να ανακτά έδαφος, να μαζεύει δημοσκοπικά σπασμένα ή να βγαίνει από έναν κύκλο φθοράς, εμφανίζεται ένας νέος μηχανισμός ανάσχεσης, τότε η καχυποψία παύει να είναι περιθωριακή. Γίνεται πολιτικά λογική.
Δεν σημαίνει αυτό ότι οι υποθέσεις είναι ανύπαρκτες.
Δεν σημαίνει ότι οι έρευνες είναι κατασκευασμένες.
Σημαίνει όμως ότι σε ένα περιβάλλον όπου οι θεσμοί, οι διαρροές, οι δημοσιεύσεις και οι συγχρονισμοί λειτουργούν συχνά ως όπλα, κανείς δεν δικαιούται να απαγορεύει στον πολίτη να υποψιάζεται σκοπιμότητα.
Γιατί ο πολίτης βλέπει.
Βλέπει ποιοι γίνονται πρωτοσέλιδο.
Βλέπει ποιοι «θυσιάζονται».
Βλέπει ποιοι προστατεύονται από τη σιωπή.
Και κυρίως βλέπει ότι σε αυτή τη χώρα η επιλεκτική αποκάλυψη έχει γίνει σχεδόν ξεχωριστή μορφή πολιτικής διοίκησης.
Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν:
η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ήρθε να αγιάσει την Ελλάδα. Ούτε βέβαια η Ελλάδα είναι αθώα περιστερά. Το σύστημα βρωμάει, οι διασυνδέσεις είναι υπαρκτές, τα τηλέφωνα θεωρούνταν επί χρόνια φυσιολογικά και το πελατειακό κράτος δεν χτίστηκε από παρθένες.
Αλλά άλλο πράγμα η έρευνα και άλλο η πολιτική χρήση της έρευνας.
Άλλο πράγμα η θεσμική λογοδοσία και άλλο η σκηνοθεσία της λογοδοσίας.
Και άλλο πράγμα η πάταξη της διαφθοράς και άλλο η εργαλειοποίηση της εικόνας μιας χώρας ως μόνιμα διεφθαρμένης επαρχίας της Ευρώπης.
Ο κόσμος δεν τρώει πια αμάσητο ούτε το παραμύθι της «ευρωπαϊκής κάθαρσης», ούτε το αντίστροφο παραμύθι της «αθώας κυβέρνησης που κυνηγιέται».
Ξέρει πια πολύ καλά ότι σε πονηρούς καιρούς δεν παρακολουθούνται μόνο οι ένοχοι.
Παρακολουθείται και η ίδια η δημοκρατία — για να φαίνεται θεσμική, ενώ συχνά χρησιμοποιείται σαν μηχανισμός πολιτικού φρεναρίσματος.

