Κάθε φορά που υπουργοί, βουλευτές και προεδρεύοντες την αντιμετωπίζουν ως «θεσμικό κίνδυνο», της χαρίζουν ακριβώς αυτό που ζητά: κύρος, ρόλο και πολιτικό βάρος. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ίδια. Είναι και όσοι εξακολουθούν να της προσφέρουν σκηνή.
Δεν κάνει πολιτική – στήνει παράσταση
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν πολιτεύεται με όρους κοινοβουλευτικού διαλόγου. Πολιτεύεται με όρους σκηνικού επεισοδίου. Δεν μπαίνει στη Βουλή για να αντιπαρατεθεί πολιτικά, αλλά για να επιβληθεί επικοινωνιακά. Δεν επενδύει στην ουσία, αλλά στην ένταση. Δεν χτίζει επιχείρημα, χτίζει κάδρο. Και κάθε φορά που βρίσκει αφορμή —ή και όταν δεν βρίσκει— μετατρέπει μια κοινοβουλευτική διαδικασία σε προσωπικό της σόου.
Το πρόσφατο επεισόδιο με το κράκερ του Άδωνι Γεωργιάδη ήταν η τέλεια μικρογραφία αυτής της μεθόδου. Ένα αστείο, ασήμαντο στιγμιότυπο βαφτίστηκε σχεδόν πολιτικό τεκμήριο ταξικής και ηθικής εκτροπής, λες και η χώρα δεν έχει πραγματικά προβλήματα αλλά ζει κάτω από το καθεστώς της κοινοβουλευτικής κροκανιάς. Αυτό ακριβώς είναι το μοντέλο της: θόρυβος χωρίς μέτρο, υπερβολή χωρίς φρένο, θεατρικότητα χωρίς ειρμό.
Δεν πρόκειται για ατύχημα χαρακτήρα. Πρόκειται για πάγια τακτική. Από τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις της μέχρι σήμερα, η πολιτική της ύπαρξη τρέφεται από την ένταση, την ηθική πόζα, την καταγγελτική υπερκινητικότητα και την ψευδαίσθηση ότι κάθε της ξέσπασμα είναι πράξη αντίστασης. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα πολιτικό ύφος που συγχέει τη φασαρία με τη μαχητικότητα και τη σκηνική υστερία με τη δημοκρατική εγρήγορση.
Οι αντίπαλοί της κάνουν το πιο ηλίθιο δώρο
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, δεν είναι η ίδια η Κωνσταντοπούλου. Είναι η σχεδόν ανεξήγητη ανικανότητα των αντιπάλων της να καταλάβουν πώς λειτουργεί. Κάθε φορά που της απαντούν με βαρύγδουπες καταγγελίες, με ύφος πληγωμένης δημοκρατίας ή με κατασκευασμένη αγανάκτηση, δεν την αποδομούν — την αναβαθμίζουν.
Όταν ένας υπουργός ή ένας κυβερνητικός βουλευτής εμφανίζεται να έχει «λυγίσει» από το μπούλινγκ της, το μόνο που καταφέρνει είναι να την παρουσιάζει ως υπερδύναμη. Όταν ένας προεδρεύων της φωνάζει «αν δεν σας αρέσει η δημοκρατία να μας το πείτε», της χαρίζει αμέσως τον ρόλο της επικίνδυνης, της μεγάλης ανατροπέως, της δήθεν φοβερής απειλής για το σύστημα. Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μια πολιτική περσόνα που συχνά φλερτάρει με τη γελοιότητα, αποκτά ξαφνικά τη σοβαρότητα που δεν της αναλογεί.
Αυτό είναι το μεγάλο τους λάθος. Δεν αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια πολιτική φιγούρα δεν ζει από την πειθώ, αλλά από την αντίδραση που προκαλεί. Δεν μεγαλώνει επειδή έχει στέρεο πολιτικό λόγο. Μεγαλώνει επειδή οι άλλοι τη φουσκώνουν με τη δική τους αμηχανία, τη δική τους οργή, τη δική τους ανεπάρκεια. Κάθε εξοργισμένη απάντηση, κάθε βλοσυρή καταγγελία, κάθε θεσμικός λυγμός είναι διαφήμιση δωρεάν.
Ο μόνος τρόπος είναι η πολιτική απαξίωση
Πρόσωπα που έχουν επενδύσει όλη τη δημόσια παρουσία τους στην πρόκληση δεν αντιμετωπίζονται με μελόδραμα. Αντιμετωπίζονται με αφαίρεση οξυγόνου. Με ειρωνεία. Με ψυχρότητα. Με χλευαστική απογύμνωση του υπερφίαλου ύφους τους. Με μετακίνησή τους από το ράφι των «μεγάλων κινδύνων» στο ράφι των θορυβωδών γραφικοτήτων.
Γιατί εκεί πονά πραγματικά μια τέτοια περσόνα: όχι όταν της λες ότι είναι επικίνδυνη, αλλά όταν της δείχνεις ότι είναι προβλέψιμη, κουραστική και τελικά αστεία. Όχι όταν παριστάνεις το θύμα της, αλλά όταν αρνείσαι να της αναγνωρίσεις το ειδικό βάρος που με τόσο κόπο προσπαθεί να αρπάξει. Αντί να κλαίγονται για την «τοξικότητά» της, θα έπρεπε να την αφήνουν να ξεγυμνώνεται μέσα στην υπερβολή της. Μια φράση, ένα βλέμμα, μια κίνηση απαξίωσης θα έκαναν πολύ μεγαλύτερη ζημιά από δέκα οργισμένες δηλώσεις.
Οι ψηφοφόροι της δεν τη βλέπουν ως υπόδειγμα δημοκρατικής αρετής. Τη βλέπουν ως τιμωρό, ως ενοχλητική φιγούρα απέναντι σε αυτό που ο καθένας βαφτίζει «σύστημα». Όσο λοιπόν οι αντίπαλοί της συμπεριφέρονται σαν να έχουν απέναντί τους μια τεράστια πολιτική απειλή, τόσο συντηρούν τον μύθο της. Της δίνουν μέγεθος. Της δίνουν λάμψη. Της δίνουν υπόσταση που συχνά δεν έχει.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν κυριαρχεί επειδή είναι πολιτικά ανίκητη. Κυριαρχεί επειδή οι αντίπαλοί της επιμένουν να παίζουν τον ρόλο του χρήσιμου κομπάρσου στο έργο της. Και όσο συνεχίζουν να την αντιμετωπίζουν σαν ιστορικό μέγεθος αντί για θορυβώδη πολιτική καρικατούρα, τόσο θα της χαρίζουν αυτό που δεν μπορεί να κερδίσει μόνη της: σοβαρότητα.

