Η κυβέρνηση, όποια κι αν είναι, δεν κρίνεται από τις δηλώσεις της αλλά από τα αποτελέσματα των πράξεών της. Κι όταν η απόσταση ανάμεσα στο λόγο και την πράξη γίνεται χάσμα, τότε η ίδια η έννοια της διακυβέρνησης χάνει το κύρος της.
Η διαχείριση των κρίσεων έχει καταντήσει μηχανισμός συγκάλυψης της ανικανότητας. Αντί για πρόληψη, έχουμε διαρκή αιφνιδιασμό. Αντί για σχέδιο, επικοινωνιακές κινήσεις. Αντί για λογοδοσία, ατέρμονες επιτροπές και ανακοινώσεις χωρίς ουσία. Έτσι, ο θεσμός της κυβέρνησης μετατρέπεται από εγγυητή σταθερότητας σε θύτη της ίδιας της κοινωνικής συνοχής.
Η δημοκρατία δεν αντέχει χωρίς εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη διαβρώνεται όταν ο πολίτης βλέπει μια εξουσία που λειτουργεί περισσότερο για να προστατεύει τον εαυτό της παρά για να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Όταν οι θεσμοί εργαλειοποιούνται για την πολιτική επιβίωση των κυβερνώντων, η πολιτεία παύει να είναι πεδίο δικαιοσύνης και γίνεται μηχανισμός επιβολής.
Η ευθύνη της κυβέρνησης είναι θεμελιώδης: να διαφυλάσσει το κράτος δικαίου, να ενισχύει τη λογοδοσία, να προστατεύει τον πολίτη. Όταν όμως όλα αυτά υποχωρούν μπροστά σε μικροκομματικούς υπολογισμούς, τότε δεν έχουμε απλώς κακή πολιτική· έχουμε θεσμική παρακμή.
Και η παρακμή αυτή δεν κρύβεται πίσω από διαγγέλματα ούτε από πρόσκαιρες παροχές. Η αλήθεια είναι αμείλικτη: μια κυβέρνηση που αδυνατεί να υπηρετήσει τον λαό της, δεν έχει νομιμοποίηση να κυβερνά.

