Ο Πέδρο Σάντσεθ σήμερα δεν μιλά μόνο ως Πρωθυπουργός της Ισπανίας. Μιλά ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δέχεται πολιτικο-οικονομική πίεση με την πιο ωμή μέθοδο: απειλή – εκβιασμός – «υποχώρησε». Και εδώ είναι το σημείο που πρέπει να ειπωθεί καθαρά: η Ευρώπη δεν είναι αγορά προς εκφοβισμό. Είναι ένωση κανόνων, δικαίου και αμοιβαιότητας. Και όταν χρειάζεται, είναι και ένωση ισχύος.
Πρώτον, η Ένωση έχει θεσμικά κατοχυρωμένη την αρχή της αλληλεγγύης στην ασφάλεια. Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Συνθήκης (άρθρο 42 παρ. 7) δεν είναι ευχολόγιο. Είναι νομική δέσμευση: όταν κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση, οι λοιποί οφείλουν συνδρομή με όλα τα διαθέσιμα μέσα — στρατιωτικά, πληροφοριακά, υλικοτεχνικά. Όχι για να «πουλά» η Ευρώπη τσαμπουκά, αλλά για να μην επιτρέπεται σε κανέναν να μετρά την Ευρώπη ως άθροισμα μικρών, φοβισμένων, μοναχικών κρατών.
Δεύτερον —και εδώ είναι η ουσία στο πεδίο του εμπορίου— η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον και εργαλείο απάντησης στον οικονομικό εξαναγκασμό. Δηλαδή: όταν μια τρίτη χώρα επιχειρεί να «σπάσει» ένα κράτος-μέλος με δασμούς, απαγορεύσεις, εμπόδια ή τιμωρητικές ρυθμίσεις για να αλλάξει πολιτική στάση, η Ένωση δεν υποχρεούται να παριστάνει τον αφελή. Μπορεί να απαντήσει αντίστοιχα: με δασμούς, με περιορισμούς πρόσβασης στην ενιαία αγορά, με αποκλεισμούς σε υπηρεσίες, προμήθειες, επενδύσεις. Το μήνυμα είναι απλό και άτεγκτο: η ενιαία αγορά δεν είναι λεία. Είναι ασπίδα.
Κάποιοι προσποιούνται ότι αυτά είναι «θεωρία». Δεν είναι. Η ίδια η ευρωπαϊκή εμπειρία έδειξε γιατί χρειαζόταν ένα τέτοιο όπλο: γιατί όταν χτυπιέται ο πιο μικρός, δοκιμάζεται ολόκληρο το οικοδόμημα. Το προηγούμενο της Λιθουανίας απέναντι στην κινεζική πίεση λειτούργησε σαν προειδοποίηση: αν μια τρίτη δύναμη μπορεί να κάνει παραδειγματισμό σε ένα μικρό κράτος-μέλος, αύριο θα μπορεί να το κάνει σε οποιονδήποτε. Άρα, η απάντηση δεν είναι «διαχείριση κρίσης». Είναι θεσμική αυτοάμυνα.
Και εδώ κολλάει η πολιτική ουσία: ο Τραμπ έχει πολιτική γλώσσα μονοσήμαντη. Απειλεί. Δοκιμάζει όρια. Μετρά αντιδράσεις. Το μόνο που σέβεται είναι το κόστος. Άρα το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη «έχει εργαλεία». Τα έχει. Το ερώτημα είναι αν έχει τη βούληση να τα ενεργοποιήσει — αν θα επιτρέψει να θεωρείται κάθε κράτος-μέλος διαπραγματεύσιμο και μόνο του, ή αν θα δείξει ότι όποιος ακουμπά ένα, ακουμπά το σύνολο.
Ο Σάντσεθ, σε αυτή τη συγκυρία, στέκεται ως πρόσωπο-σύμβολο μιας απλής ευρωπαϊκής αρχής: ίσιος σεβασμός, αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα. Όχι επειδή η Ευρώπη θέλει σύγκρουση, αλλά επειδή η Ευρώπη δεν μπορεί να επιβιώσει αν αποδεχθεί τον εκβιασμό ως «κανονικότητα». Και όποιος θέλει να δοκιμάσει την Ευρώπη, πρέπει να ξέρει το εξής: δεν έχει απέναντί του μια κυβέρνηση. Έχει μια Ένωση — και όταν αποφασίζει να μιλήσει τη γλώσσα της ισχύος, έχει την κλίμακα να το κάνει.

