Πληροφορίες του Radar αποδίδουν στον Σταν Γκρίνμπεργκ προειδοποίηση για «τιμωρητική ψήφο» – Δεν πρόκειται για δημόσια δήλωσή του, αλλά η πολιτική διάγνωση πατά σε μια υπαρκτή και μετρήσιμη κυβερνητική φθορά
Το μήνυμα που φέρεται να φτάνει στο Μέγαρο Μαξίμου δεν αφορά ένα σύνθημα που χρειάζεται διόρθωση ή μια καμπάνια που θέλει καλύτερη συσκευασία.
Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο: μια κοινωνία που, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, δεν ακούει πια τι υπόσχεται η κυβέρνηση. Κοιτάζει τι έκανε, τι δεν έκανε και –κυρίως– πώς ζει η ίδια.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Radar, ο Αμερικανός στρατηγικός σύμβουλος Σταν Γκρίνμπεργκ φέρεται να προειδοποιεί το πρωθυπουργικό περιβάλλον ότι ο μεγαλύτερος εκλογικός κίνδυνος για τη ΝΔ δεν είναι μια απλή υποχώρηση των ποσοστών της. Είναι η διαμόρφωση μιας ψήφου με καθαρά τιμωρητικά χαρακτηριστικά.
Χρειάζεται, πάντως, μια ουσιαστική διευκρίνιση: η συγκεκριμένη εκτίμηση αποδίδεται στον Γκρίνμπεργκ από το Radar. Δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια δήλωσή του, επίσημο σημείωμα ή επιβεβαίωση από τον ίδιο. Επομένως, η πληροφορία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δημοσιογραφική αναφορά και όχι ως καταγεγραμμένη δημόσια τοποθέτηση.
Η πολιτική ουσία της προειδοποίησης, όμως, είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Ο λογαριασμός των επτά ετών
Το 2019 η Νέα Δημοκρατία μπορούσε να ζητήσει πίστωση χρόνου. Μπορούσε να μιλήσει για σχέδιο, μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και ένα κράτος που θα λειτουργούσε καλύτερα.
Το 2026 αυτή η πίστωση έχει εξαντληθεί.
Ο πολίτης δεν ρωτά πλέον τι σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση. Ρωτά γιατί δεν το έκανε ήδη. Δεν συγκρίνει τις εξαγγελίες με εκείνες της αντιπολίτευσης. Τις συγκρίνει με τον μισθό του, το ενοίκιο, τον λογαριασμό του ρεύματος, το κόστος στο σούπερ μάρκετ, την κατάσταση στο δημόσιο νοσοκομείο και την ποιότητα των υπηρεσιών που λαμβάνει από το κράτος.
Η φθορά δεν είναι απλώς μια εντύπωση των αντιπάλων της κυβέρνησης. Σε δημοσκόπηση της Interview που μετέδωσε το Reuters στα τέλη Μαΐου, η Νέα Δημοκρατία καταγραφόταν στο 26,1%, πολύ χαμηλότερα από το 41% των εθνικών εκλογών του 2023.
Τον Ιούλιο, το ίδιο πρακτορείο σημείωνε ότι οι αυξημένες τιμές εξακολουθούσαν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και ότι η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα παρέμενε κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Reuters
Αυτά δεν σημαίνουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα έχει ήδη κριθεί. Σημαίνουν, όμως, ότι υπάρχει μια σαφής απόσταση ανάμεσα στην εικόνα της οικονομικής προόδου και στην εμπειρία της καθημερινής ζωής.
Και οι εκλογές κρίνονται τελικά από την εμπειρία, όχι από τις διαφάνειες μιας κυβερνητικής παρουσίασης.
Όταν η «σταθερότητα» αλλάζει νόημα
Για χρόνια, η λέξη «σταθερότητα» υπήρξε ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά όπλα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Έφερνε στο μυαλό τον φόβο της ακυβερνησίας, των αλλεπάλληλων εκλογών, των εύθραυστων συνεργασιών και της επιστροφής σε εποχές κρίσης.
Έπειτα από επτά χρόνια εξουσίας, όμως, η ίδια λέξη μπορεί να ακουστεί εντελώς διαφορετικά.
Για έναν ικανοποιημένο πολίτη, σταθερότητα σημαίνει συνέχεια. Για έναν απογοητευμένο πολίτη, σημαίνει παράταση της ίδιας κατάστασης.
Για έναν νέο που δεν βρίσκει προσιτή κατοικία, έναν εργαζόμενο που βλέπει το εισόδημά του να τελειώνει πριν από τον μήνα ή έναν ασθενή που περιμένει σε ένα πιεσμένο δημόσιο σύστημα υγείας, η «σταθερότητα» κινδυνεύει να μεταφραστεί ως ακινησία.
Και τότε το σύνθημα γυρίζει μπούμερανγκ.
Η κυβέρνηση ζητά να παραμείνει επειδή εγγυάται ότι τίποτε δεν θα διαταραχθεί. Ένα τμήμα της κοινωνίας μπορεί να απαντήσει ότι ακριβώς αυτή τη διαταραχή επιθυμεί: όχι χάος, αλλά αλλαγή της πολιτικής πραγματικότητας που βιώνει.
Δεν είναι πρόβλημα επικοινωνίας
Το σοβαρότερο λάθος που μπορεί να κάνει το Μαξίμου είναι να θεωρήσει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια οφείλεται σε ανεπαρκή ενημέρωση.
Ότι οι πολίτες δεν έχουν καταλάβει τα κυβερνητικά επιτεύγματα. Ότι χρειάζονται περισσότερες συνεντεύξεις, περισσότερα βίντεο, καλύτερα συνθήματα και πιο επιθετική προβολή των αριθμών.
Οι πολίτες, όμως, δεν χρειάζονται κάποιον για να τους εξηγήσει αν ο μισθός τους φτάνει. Δεν περιμένουν έναν σύμβουλο να τους ενημερώσει εάν αισθάνονται ασφαλείς, εάν εξυπηρετούνται από το κράτος ή εάν εμπιστεύονται τους θεσμούς.
Ο πολίτης στη Χαλκίδα, στην Αθήνα ή σε ένα μικρό χωριό δεν ζει μέσα σε κυλιόμενες μετρήσεις. Ζει μέσα στην πραγματικότητα της οικογένειάς του. Βλέπει αν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, αν βρίσκει γιατρό, αν ο δρόμος είναι ασφαλής, αν το παιδί του έχει προοπτική και αν το κράτος εμφανίζεται όταν το χρειάζεται.
Αν αυτή η πραγματικότητα δεν βελτιώνεται, καμία επικοινωνιακή τεχνική δεν μπορεί να τη διορθώσει.
Οι νέες υποσχέσεις ξυπνούν τα παλιά ερωτήματα
Σε μια κυβέρνηση που βρίσκεται στους πρώτους μήνες της, η υπόσχεση λειτουργεί ως προσδοκία. Σε μια κυβέρνηση επτά ετών, λειτουργεί και ως απολογία.
Κάθε νέο «θα» γεννά αυτομάτως ένα «γιατί όχι μέχρι σήμερα;».
Γιατί τώρα η ακρίβεια αναγνωρίζεται ως επείγον πρόβλημα; Γιατί τώρα απαιτείται ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών; Γιατί τώρα ανακαλύπτονται οι αδυναμίες του επιτελικού κράτους; Γιατί οι λύσεις που παρουσιάζονται ως άμεσες δεν εφαρμόστηκαν στα χρόνια της ισχυρής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας;
Η επανάληψη υποσχέσεων δεν ανανεώνει πάντα την ελπίδα. Μερικές φορές υπενθυμίζει όσα έμειναν πίσω.
Η τιμωρητική ψήφος δεν χρειάζεται μεγάλο αντίπαλο
Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία.
Μια κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει έναν ισχυρό πολιτικό αντίπαλο: να συγκρίνει προγράμματα, πρόσωπα και ικανότητα διακυβέρνησης. Πολύ δυσκολότερα αντιμετωπίζει ένα διάχυτο κοινωνικό ρεύμα που δεν ψηφίζει απαραίτητα υπέρ μιας πειστικής εναλλακτικής, αλλά εναντίον εκείνου που κυβερνά.
Η τιμωρητική ψήφος δεν απαιτεί ενιαίο φορέα. Μπορεί να διασκορπιστεί προς πολλές κατευθύνσεις, να ενισχύσει μικρότερα κόμματα, να τροφοδοτήσει την αποχή ή να εμφανιστεί ως απρόβλεπτη μετακίνηση τις τελευταίες εβδομάδες πριν από την κάλπη.
Αυτό ακριβώς την κάνει επικίνδυνη. Δεν διαπραγματεύεται εύκολα, δεν πείθεται με ένα πακέτο εξαγγελιών και δεν υπακούει υποχρεωτικά στα παλιά διλήμματα.
Το πραγματικό καμπανάκι για το Μαξίμου, λοιπόν, δεν είναι εάν ειπώθηκε η φράση «έρχεται τιμωρητική ψήφος» ακριβώς με αυτές τις λέξεις. Είναι ότι η κοινωνία έχει αρχίσει να μετρά την κυβέρνηση όχι με όσα υπόσχεται, αλλά με όσα άφησε πίσω της.
Και όταν η κάλπη μετατρέπεται από επιλογή κυβέρνησης σε λογαριασμό επτά ετών, ακόμη και οι πιο έμπειρες επικοινωνιακές συμβουλές μπορεί να εξηγήσουν το πρόβλημα. Δεν μπορούν, όμως, να το εξαφανίσουν.

