Οι αποχωρήσεις και οι καταγγελίες για αρχηγισμό απαιτούν καθαρές απαντήσεις. Άλλο όμως η αυστηρή κριτική και άλλο να παρουσιάζεται ένα κόμμα ως «διαλυμένο» πριν κριθεί από την κοινωνία
Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» αντιμετωπίζει σοβαρό πολιτικό και οργανωτικό πρόβλημα. Οι διαδοχικές αποχωρήσεις, οι δημόσιες συγκρούσεις και οι καταγγελίες πρώην στελεχών για διορισμένους συντονιστές, έλλειψη εσωτερικού διαλόγου και υπερσυγκέντρωση εξουσίας γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού και τη Μαρία Γρατσία δεν μπορούν να απορριφθούν ως ασήμαντες λεπτομέρειες.
Αν ένα κόμμα ιδρύθηκε στο όνομα της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της λογοδοσίας, οφείλει πρώτα να αποδεικνύει ότι εφαρμόζει αυτές τις αρχές στο εσωτερικό του. Δεν αρκεί να καταγγέλλει το παλιό πολιτικό σύστημα. Πρέπει να δείχνει στην πράξη ότι δεν αντιγράφει τις χειρότερες παθογένειές του.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε αποχώρηση αποτελεί απόδειξη κατάρρευσης ούτε ότι οι καταγγελίες αποχωρησάντων μετατρέπονται αυτομάτως σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Και σίγουρα δεν σημαίνει ότι ένα δημοσιογραφικό μέσο μπορεί να εκδώσει πιστοποιητικό πολιτικού θανάτου πριν μιλήσουν οι πολίτες.
Από το 30% στο 8% – Η βολική σύγκριση
Το δημοσίευμα της «Καθημερινής» οικοδομεί την εικόνα μιας θεαματικής διάλυσης, αντιπαραβάλλοντας το 30% των «δυνητικών ψηφοφόρων» πριν από την ίδρυση του κόμματος με μια μεταγενέστερη μέτρηση περίπου 8%.
Μόνο που αυτά τα δύο μεγέθη δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η δυνητική ψήφος περιγράφει εάν κάποιος θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να ψηφίσει έναν πολιτικό φορέα. Δεν είναι πρόθεση ψήφου και ασφαλώς δεν είναι εκλογικό αποτέλεσμα. Αντίστοιχα, η δημοτικότητα ενός προσώπου δεν μεταφέρεται μηχανικά σε κομματικό ποσοστό.
Η πτώση της δυναμικής μπορεί να είναι πραγματική και πολιτικά ανησυχητική. Η παρουσίασή της, όμως, σαν να χάθηκαν μέσα σε δυόμισι μήνες 22 μονάδες βέβαιης εκλογικής επιρροής δημιουργεί εντύπωση μεγαλύτερη από εκείνη που αποδεικνύουν τα ίδια τα δεδομένα.
Οι ανώνυμες μαρτυρίες δεν είναι δικαστική απόφαση
Στο επίκεντρο του ρεπορτάζ βρίσκονται πρώην στελέχη που περιγράφουν ένα κλίμα καχυποψίας, επιπλήξεων και εχθρότητας απέναντι σε όποιον είχε προσωπική απήχηση.
Πρόκειται για σοβαρές μαρτυρίες και η ηγεσία του κόμματος οφείλει να απαντήσει συγκεκριμένα:
Πώς επιλέγονται οι συντονιστές; Ποιος λαμβάνει τις αποφάσεις; Υπάρχουν εκλεγμένα όργανα; Τηρούνται πρακτικά; Ποια διαδικασία προστατεύει τη διαφορετική άποψη;
Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις κρίσεις αποδίδονται σε ανώνυμους αποχωρήσαντες. Η δημοσιογραφία δικαιούται να προστατεύει τις πηγές της. Ο αναγνώστης, όμως, δικαιούται επίσης να γνωρίζει πότε διαβάζει επιβεβαιωμένο γεγονός και πότε την εκδοχή μιας πλευράς έπειτα από μια σκληρή εσωτερική σύγκρουση.
Οι δημόσιες αποχωρήσεις του Βασίλη Κοκοτσάκη, του Θανάση Αυγερινού και άλλων στελεχών είναι γεγονότα. Οι αιτίες, οι ευθύνες και όσα συνέβησαν πίσω από κλειστές πόρτες αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης. Δεν μπορούν όλες οι καταγγελίες να υιοθετούνται ως τελεσίδικη αλήθεια χωρίς πλήρεις και τεκμηριωμένες απαντήσεις για τα επίμαχα περιστατικά.
Ο Αυγερινός και η ευθύνη της ηγεσίας
Η αποχώρηση του Θανάση Αυγερινού δεν είναι αμελητέα. Υπήρξε κεντρικό πρόσωπο της ίδρυσης και της δημόσιας εικόνας του εγχειρήματος. Οι καταγγελίες του για παράλληλο γραφείο Τύπου και «φυτευτούς συμβούλους» πλήττουν ευθέως την αξιοπιστία της ηγεσίας και απαιτούν τεκμηριωμένη απάντηση, όχι χαρακτηρισμούς.
Από την άλλη, η μετατροπή ενός καναλιού ενημέρωσης του κόμματος σε βήμα διαρκούς εσωτερικού πολέμου δεν αποτελεί υπόδειγμα θεσμικής συμπεριφοράς. Ούτε κάθε αποχωρών δικαιώνεται αυτομάτως επειδή αποχώρησε ούτε κάθε παραμένων είναι εξ ορισμού ανιδιοτελής. Στις κομματικές συγκρούσεις υπάρχουν ευθύνες, φιλοδοξίες και προσωπικές ρήξεις σε περισσότερες από μία πλευρές.
Η μεγαλύτερη ευθύνη, πάντως, ανήκει πάντα στην ηγεσία.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν μπορεί να ζητά λογοδοσία από ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και να αφήνει αναπάντητα ερωτήματα για τη λειτουργία του δικού της φορέα. Εάν πιστεύει πραγματικά σε ένα κόμμα πολιτών, χρειάζονται ανοιχτές διαδικασίες, εκλεγμένα όργανα, σαφές καταστατικό, συλλογικές αποφάσεις και ανεκτικότητα στην κριτική.
Τα Τέμπη δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα
Το βαρύτερο συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ότι το κόμμα Καρυστιανού «εξαφάνισε» το κίνημα των Τεμπών. Η διατύπωση αυτή δεν αποτελεί μια απλή πολιτική εκτίμηση. Μεταφέρει σχεδόν αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο την ευθύνη για την υποχώρηση ενός κοινωνικού κινήματος που δεν είχε ενιαία οργανωτική δομή, κοινό πολιτικό πρόγραμμα ή μόνιμο μηχανισμό δράσης.
Η κομματική κάθοδος της Καρυστιανού ασφαλώς άλλαξε τους συσχετισμούς. Ένα ενωτικό αίτημα για δικαιοσύνη και ασφαλή τρένα κλήθηκε ξαφνικά να απαντήσει για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την υγεία και κάθε μεγάλο ζήτημα της χώρας. Η μετάβαση αυτή αναπόφευκτα απομάκρυνε πολίτες που συμφωνούσαν για τα Τέμπη, αλλά διαφωνούν σε όλα τα υπόλοιπα.
Τα Τέμπη, όμως, δεν είναι ιδιοκτησία ούτε της Καρυστιανού ούτε των επικριτών της.
Η αλήθεια για το δυστύχημα, η απόδοση ευθυνών και η ασφάλεια των σιδηροδρόμων παραμένουν δημόσια και θεσμικά αιτήματα. Εάν η ενημέρωση και το πολιτικό ενδιαφέρον μειώθηκαν, ευθύνη έχουν και τα κόμματα που επιχείρησαν να αξιοποιήσουν την τραγωδία και τα μέσα που αποφασίζουν καθημερινά ποια υπόθεση θα κρατήσουν στην πρώτη γραμμή και ποια θα εξαφανίσουν.
Ούτε Μεσσίας ούτε τελειωμένη
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι η Μεσσίας που θα σώσει μόνη της τη χώρα. Η απήχησή της γεννήθηκε μέσα από μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη, τα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης. Είναι περισσότερο το σύμπτωμα αυτής της κρίσης παρά η εύκολη λύση της.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που το εγχείρημά της πρέπει να κριθεί αυστηρά. Όχι, όμως, με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Τα παλιά κόμματα έχουν ζήσει διαγραφές, διασπάσεις, οικογενειοκρατία και προσωπικούς μηχανισμούς χωρίς να ανακηρύσσονται «διαλυμένα» ύστερα από κάθε εσωτερική σύγκρουση. Για την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», αντίθετα, η πολιτική κηδεία οργανώθηκε προτού στηθούν κάλπες.
Η Καρυστιανού έχει τώρα μία υποχρέωση: να απαντήσει με πράξεις. Να ανοίξει το κόμμα, να θεσπίσει δημοκρατικές διαδικασίες, να παρουσιάσει σοβαρό πρόγραμμα και να πάψει να αντιμετωπίζει κάθε κριτική ως συνωμοσία.
Και τα μέσα ενημέρωσης έχουν επίσης μία υποχρέωση: να ελέγχουν, να ερευνούν και να αποκαλύπτουν — όχι να μοιράζουν πιστοποιητικά πολιτικής γέννησης και θανάτου.
Την τελική απάντηση δεν θα τη δώσουν ούτε οι «δύο Μαρίες» ούτε οι αποχωρήσαντες ούτε οι πολιτικοί νεκροθάφτες.
Θα τη δώσουν οι πολίτες.

