Οι δηλώσεις για την «επανάσταση του 1981» δεν ήταν απλώς μια γκάφα. Ήταν η αποκάλυψη ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος που παράγει αξιώματα χωρίς βάρος, πρόσωπα χωρίς ιστορική συνείδηση και εξουσία χωρίς αληθινή νομιμοποίηση.
Το πρόβλημα δεν είναι η γκάφα, αλλά το εργοστάσιο που την παράγει
Ας σταματήσουμε να παριστάνουμε τους έκπληκτους. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι ακούστηκε από θεσμικά χείλη μια φράση που προσβάλλει την ιστορική μνήμη και εκθέτει το αξίωμα. Το ζήτημα είναι ποιο σύστημα παράγει τέτοια πολιτικά πρόσωπα, ποιο σύστημα τα ανεβάζει, τα προστατεύει, τα ντύνει με τίτλους και τα παρουσιάζει ως «εγγυητές» της δημοκρατικής ομαλότητας. Η απάντηση είναι μία: η κομματοκρατία. Ένα καθεστώς που δεν επιλέγει τους αρίστους, αλλά τους πειθαρχημένους. Δεν προωθεί τους ικανούς, αλλά τους χρήσιμους. Δεν αναδεικνύει προσωπικότητες με γνώση, κρίση και ανεξαρτησία, αλλά παιδιά του κομματικού σωλήνα, μαθημένα να υπηρετούν μηχανισμούς και όχι την πατρίδα.
Κόμματα παντού, πατρίδα πουθενά
Αυτό είναι το μεγάλο ελληνικό δράμα εδώ και δεκαετίες. Όποιος τόλμησε να αρθρώσει λόγο εναντίον του ενός ή του άλλου κόμματος, εναντίον κυβέρνησης, αντιπολίτευσης, μηχανισμών, πελατειακού κράτους και παρασιτικής εξουσίας, βρήκε αμέσως απέναντί του τους επαγγελματίες υπερασπιστές του συστήματος. Δεξιά, αριστερά, κέντρο, παντού το ίδιο αντανακλαστικό: όχι να σωθεί η χώρα, αλλά να μη θιγεί το κόμμα. Όχι να υπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον, αλλά να προστατευθεί η παράταξη, το δίκτυο, η μικρή κλειστή οικογένεια των «δικών μας παιδιών». Έτσι φτάσαμε στα σκάνδαλα, στη μετριότητα, στην ιστορική αμνησία, στην ηθική έκπτωση, σε μια δημόσια ζωή όπου τα αξιώματα έγιναν λάφυρα και οι θεσμοί παραρτήματα κομματικών γραφείων.
Η σιωπηλή πλειοψηφία δεν εκπροσωπείται πια
Το πιο επικίνδυνο, όμως, δεν είναι η γελοιότητα του πολιτικού προσωπικού. Είναι ότι ένα τεράστιο κομμάτι της κοινωνίας δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα από όλο αυτό. Άνθρωποι που δεν πάνε καν να ψηφίσουν, όχι επειδή αδιαφορούν, αλλά επειδή αρνούνται να νομιμοποιήσουν ένα θέατρο κακοπαιγμένο, όπου οι ρόλοι μοιράζονται εκ των προτέρων και η κοινωνία καλείται απλώς να χειροκροτήσει. Μια δημοκρατία στην οποία πάνω από το μισό σώμα της κοινωνίας νιώθει ότι δεν εκπροσωπείται, είναι μια δημοκρατία βαριά τραυματισμένη. Και όταν το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει αυτή τη σιωπηλή πλειοψηφία σαν να μην υπάρχει, τότε δεν μιλάμε πια για υγιή αντιπροσώπευση, αλλά για οργανωμένη περιφρόνηση της λαϊκής απογοήτευσης.
Οι δηλώσεις για την «επανάσταση του 1981» δεν ήταν παραδρομή. Ήταν σύμπτωμα. Ήταν ο καθρέφτης μιας εξουσίας που δεν ξέρει, δεν θυμάται, δεν αισθάνεται και τελικά δεν σέβεται. Κι αν οι Έλληνες δεν σπάσουν επιτέλους τα δεσμά της κομματοκρατίας, αν δεν αναζητήσουν αληθινές απελευθερωτικές εναλλακτικές έξω από τον βούρκο των κομματικών σωλήνων, τότε ο Ρήγας θα παραμένει όχι έμπνευση, αλλά κατηγορία: ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά;

