Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε μέσα στα μνημόνια, στην ακρίβεια και στην ανασφάλεια – και σήμερα της λένε ότι το μοναδικό της κεφάλαιο είναι τα νιάτα της
Μια πρόσφατη συνέντευξη που συζητήθηκε έντονα περιέγραψε με ωμό τρόπο την πραγματικότητα που βιώνει η νέα γενιά:
«Ένα παιδί 18 χρονών έχει περάσει δέκα χρόνια μέσα στα μνημόνια και βγαίνει στη ζωή για να δουλεύει δέκα ώρες. Τι έχει; Τα νιάτα του έχει».
Η φράση αυτή συμπυκνώνει όσα οι κυβερνητικές ανακοινώσεις και τα επικοινωνιακά συνθήματα προσπαθούν να κρύψουν.
Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε μέσα στην οικονομική κρίση, στην ανεργία των γονιών της, στις περικοπές, στους φόρους και στην ανασφάλεια. Και τώρα, τη στιγμή που βγαίνει στην αγορά εργασίας, ανακαλύπτει ότι το μέλλον που της ετοίμασαν είναι χαμηλοί μισθοί, ατελείωτα ωράρια, ακριβή στέγη και μόνιμη αβεβαιότητα.
Η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζεται ως κόμμα της προόδου, της ψηφιακής μετάβασης και του εκσυγχρονισμού. Στην πράξη, όμως, έχει οικοδομήσει ένα πολιτικό μοντέλο που επενδύει κυρίως στις μεγαλύτερες ηλικίες, στον φόβο της αλλαγής και στη λογική της «σταθερότητας με κάθε κόστος».
Δεν ευθύνονται ασφαλώς οι ηλικιωμένοι. Οι άνθρωποι που εργάστηκαν μια ζωή δικαιούνται αξιοπρεπείς συντάξεις, δημόσια υγεία, ασφάλεια και σεβασμό.
Η ευθύνη ανήκει σε εκείνους που τους χρησιμοποιούν πολιτικά.
Λίγα επιδόματα, κάποιες προεκλογικές παροχές, συνεχής τρομοκράτηση για το τι θα συμβεί αν αλλάξει η κυβέρνηση και μόνιμη επίκληση της «σταθερότητας». Ένα σύστημα που χαϊδεύει τους μεγαλύτερους ψηφοφόρους, αλλά ταυτόχρονα αρνείται να δημιουργήσει πραγματικές προοπτικές για τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Οι νέοι καλούνται:
- να εργάζονται δέκα και δώδεκα ώρες,
- να ζουν με μισθούς που τελειώνουν στα μέσα του μήνα,
- να πληρώνουν εξωφρενικά ενοίκια,
- να μένουν στο πατρικό τους μέχρι τα 30 και τα 35,
- να αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας,
- να εγκαταλείπουν την Ελλάδα για να βρουν αξιοπρεπή εργασία.
Και ύστερα το πολιτικό σύστημα αναρωτιέται γιατί οι νέοι δεν κάνουν παιδιά, γιατί φεύγουν στο εξωτερικό, γιατί δεν εμπιστεύονται τα κόμματα και γιατί γυρίζουν την πλάτη στις εκλογές.
Τα νιάτα δεν είναι εργασιακό καύσιμο
Η νέα γενιά δεν ζητά προνόμια. Ζητά να μπορεί να ζήσει από τη δουλειά της.
Ζητά έναν μισθό που να καλύπτει το ενοίκιο, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ και τις βασικές ανάγκες. Ζητά σταθερότητα, ανθρώπινο ωράριο, αξιοπρέπεια και τη δυνατότητα να κάνει σχέδια που να ξεπερνούν την επόμενη πληρωμή.
Αντί γι’ αυτά, της προσφέρουν προσωρινές συμβάσεις, απλήρωτες υπερωρίες, εξαήμερα, ατομική ευθύνη και διαρκείς συμβουλές να εργαστεί περισσότερο.
Τα νιάτα, όμως, δεν είναι ανεξάντλητα.
Δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για την εξαντλητική εργασία. Δεν είναι άλλοθι για την έλλειψη κατοικίας, για τους χαμηλούς μισθούς και για τη διάλυση της προσωπικής ζωής.
Το μέλλον δεν μπορεί να ανήκει για πάντα στο παρελθόν
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να στηρίζεται εκλογικά στις μεγαλύτερες ηλικίες. Μπορεί να επενδύει στον φόβο, στη συντήρηση και στην ακινησία.
Δεν μπορεί, όμως, να απαιτεί από μια ολόκληρη γενιά να θυσιάσει τη ζωή της, ώστε να διατηρηθεί ένα γερασμένο πολιτικό σύστημα εξουσίας.
Η νέα γενιά δεν χρειάζεται άλλες συμβουλές, άλλα συνθήματα και άλλα προεκλογικά χαρτζιλίκια.
Χρειάζεται χώρο.
Χρειάζεται φωνή.
Χρειάζεται δουλειά με αξιοπρέπεια.
Και κυρίως χρειάζεται να καταλάβει ότι, όταν αποφασίσει να διεκδικήσει το μέλλον της, κανένα σύστημα που στηρίζεται στον φόβο και στην ακινησία δεν θα μπορέσει να την κρατήσει για πάντα στο περιθώριο.

