Όταν η διάταξη γίνεται “εξυπηρέτηση”, η κυβέρνηση γίνεται συνένοχη στην υποψία.
Δεν υπάρχει πιο τοξικό πράγμα για μια δημοκρατία από την αίσθηση ότι οι νόμοι δεν γράφονται για τους πολλούς, αλλά για τους λίγους. Και δεν υπάρχει πιο αλαζονικό πράγμα από το να ζητάς από την κοινωνία να καταπιεί την «κανονικότητα» μιας ρύθμισης, όταν δίπλα της στέκεται η σκιά της φωτογραφικής νομοθέτησης.
Η υπόθεση με την κ. Κεφαλογιάννη και τη ρύθμιση για τη συνεπιμέλεια/γονική μέριμνα δεν είναι «οικογενειακή ιστορία». Είναι πολιτικό τεστ. Και το τεστ είναι απλό:
Μπορεί μια κυβέρνηση να απαιτεί εμπιστοσύνη, όταν αφήνει να δημιουργείται η εντύπωση ότι νομοθετεί και μετά αξιοποιεί;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μια ατυχή δήλωση ή μια κακή επικοινωνιακή στιγμή. Μιλάμε για το ίδιο το αίσθημα δικαιοσύνης της κοινωνίας. Για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «δικαίωμα» και στο «προνόμιο».
«Και εγώ πολίτης είμαι» – Ναι. Αλλά είσαι και εξουσία.
Το γνωστό αφήγημα είναι βολικό: «ως μητέρα και ως υπουργός δεν έχω λιγότερα δικαιώματα από οποιονδήποτε πολίτη». Ωραία. Κανείς δεν είπε το αντίθετο.
Το ερώτημα είναι άλλο: έχεις περισσότερη ευθύνη. Και όταν είσαι εξουσία, δεν σου επιτρέπεται το ίδιο περιθώριο αθωότητας στις εντυπώσεις.
Διότι η εξουσία δεν κρίνεται μόνο από το γράμμα του νόμου. Κρίνεται από το αν σέβεται το πνεύμα της ισονομίας.
Και η ισονομία δεν αντέχει ούτε «συμπτώσεις», ούτε «συγκυρίες», ούτε «βολικές ερμηνείες».
Το εξώδικο δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι καμπανάκι.
Όταν ο πρώην σύζυγος καταθέτει εξώδικο και μιλά για «φωτογραφική» νομοθέτηση και άμεση αξιοποίηση, το θέμα παύει να είναι «κουτσομπολιό». Γίνεται πολιτικό πρόβλημα.
Γιατί ανοίγει μια πόρτα που δεν κλείνει εύκολα: την πόρτα της υποψίας ότι το κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός διευκόλυνσης των ισχυρών – και όχι ως εγγυητής για όλους.
Και ξέρετε ποιο είναι το χειρότερο; Ότι σε τέτοιες υποθέσεις, ακόμη κι αν στο τέλος δεν αποδειχθεί τίποτα ποινικά ή τυπικά, η ζημιά έχει ήδη γίνει:
η εμπιστοσύνη έχει γρατζουνιστεί.
Το πραγματικό σκάνδαλο: η κουλτούρα «νομοθετώ – ωφελούμαι – τελείωσε»
Αν αυτό ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, θα υπήρχε χώρος για «παρεξήγηση». Όταν όμως η κοινωνία βλέπει ξανά και ξανά ρυθμίσεις που γεννούν ερωτήματα, τότε δεν μιλάμε για ατυχίες. Μιλάμε για μοντέλο εξουσίας:
- Μοντέλο που περνά αλλαγές “όπως να ’ναι”, χωρίς να σκέφτεται το θεσμικό κόστος.
- Μοντέλο που αντιμετωπίζει την πολιτική σαν επικοινωνιακή άσκηση διαχείρισης θυμού.
- Μοντέλο που θυμώνει με τον πολίτη όταν ρωτά και απαιτεί λογοδοσία.
Και κάπου εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα που καίει:
Τι είδους σχέδιο εξουσίας είναι αυτό, όταν ο θόρυβος είναι μόνιμος και η εμπιστοσύνη πάντα προσωρινή;
Ο ηγέτης αποκαλύπτεται από τις επιλογές του
Οι κυβερνήσεις δεν καταρρέουν μόνο από λάθη. Καταρρέουν από ανθρώπους. Από πρόσωπα που ανεβαίνουν σε θέσεις-κλειδιά χωρίς να έχουν το κριτήριο και το μέτρο που απαιτεί ο θεσμός.
Όταν δίνεις εξουσία σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ότι η θέση τους απαιτεί διπλή προσοχή – όχι μόνο στο τι είναι νόμιμο, αλλά στο τι είναι καθαρό – τότε παράγεις ένα τοξικό αποτέλεσμα:
περισσότερη φασαρία, λιγότερη εμπιστοσύνη.
Και αυτό δεν είναι «κακή στιγμή». Είναι κουλτούρα. Είναι τρόπος. Είναι καθρέφτης.
Υ.Γ.
Το να κοιτάς τους συνεργάτες και τις επιλογές ενός ηγέτη δεν τον απαλλάσσει. Τον βαραίνει.
Γιατί οι επιλογές δεν είναι τυχαίες. Είναι υπογραφή.
Και όταν η υπογραφή επαναλαμβάνεται πάνω σε “σκιές”, τότε δεν έχεις απλώς πρόβλημα εικόνας. Έχεις πρόβλημα νομιμοποίησης.

