Αντί να λειτουργήσει ως σήμα πολιτικής επανεκκίνησης, η δεύτερη λίστα για την Επιτροπή Συμπαράταξης και Διεύρυνσης άναψε φωτιές στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και αποκάλυψε ότι η πολυσυζητημένη «διεύρυνση» μόνο ομαλή δεν είναι.
Η παρουσία του Θεοδόση Πελεγρίνη, οι δημόσιες αντιδράσεις στελεχών και η άμεση διάψευση συμμετοχής από τον Βαγγέλη Κορακάκη συνθέτουν μια εικόνα εσωκομματικής αμηχανίας, πολιτικής ασυνεννοησίας και στρατηγικής με εμφανή ρήγματα.
Ο Πελεγρίνης άναψε το φιτίλι
Η συμπερίληψη του Θεοδόση Πελεγρίνη στη λίστα δεν πέρασε απαρατήρητη. Το αντίθετο. Προκάλεσε ανοιχτή αντίδραση μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ, με στελέχη να θεωρούν ότι η επιλογή αυτή δεν συνάδει ούτε με την πολιτική ταυτότητα του κόμματος ούτε με την ιστορική του διαδρομή.
Η πιο χαρακτηριστική αντίδραση ήρθε από τον Γιάννη Μεϊμάρογλου, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου, που ξεκαθάρισε δημόσια ότι ο Πελεγρίνης «δεν έχει καμία θέση στις λίστες διεύρυνσης». Και δεν ήταν μια απλή προσωπική διαφωνία. Ήταν ένα καθαρό πολιτικό μήνυμα: ότι στο όνομα της διεύρυνσης δεν μπορούν να ξεπλένονται πρόσωπα και διαδρομές που συγκρούστηκαν με βασικές επιλογές του ΠΑΣΟΚ.
Η διεύρυνση που γεννά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα λύνει
Η νέα λίστα παρουσιάστηκε ως άνοιγμα στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο. Στην πράξη όμως, έφερε μαζί της περισσότερη σύγχυση παρά πολιτική καθαρότητα. Ονόματα από διαφορετικές αφετηρίες, πρόσωπα με διαδρομές σε άλλους πολιτικούς χώρους, επιλογές χωρίς σαφές ιδεολογικό αποτύπωμα.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα: όταν η διεύρυνση μοιάζει περισσότερο με άσκηση εντυπώσεων παρά με συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο, τότε μετατρέπεται σε εσωτερικό βαρίδι. Γιατί δεν αρκεί να προσθέτεις ονόματα. Πρέπει να απαντάς τι ακριβώς εκφράζουν, τι υπηρετούν και γιατί χωρούν κάτω από την ίδια πολιτική στέγη.
Η διάψευση Κορακάκη και το επικοινωνιακό στραπάτσο
Σαν να μην έφταναν οι εσωτερικές αντιδράσεις, ήρθε και η δημόσια διάψευση του Βαγγέλη Κορακάκη να δώσει στο θέμα διαστάσεις πολιτικού φιάσκου. Ο γνωστός μουσικοσυνθέτης ξεκαθάρισε ότι η αναφορά του ονόματός του ήταν προϊόν παρεξήγησης και υπενθύμισε τη σαφή πολιτική και ιδεολογική του ταυτότητα.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι απλώς ένα επικοινωνιακό ατόπημα. Είναι ένδειξη προχειρότητας. Και όταν ένα κόμμα επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη σοβαρότητας, αλλά εκτίθεται ακόμη και στα στοιχειώδη της πολιτικής οργάνωσης, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η Χαριλάου Τρικούπη ήθελε να δείξει ότι μεγαλώνει.
Αυτό που έδειξε, προς το παρόν, είναι ότι δεν μπορεί ούτε να συμφωνήσει ποιον θέλει δίπλα της.
Και ένα κόμμα που μπερδεύει τη διεύρυνση με την πολιτική θολούρα, δεν ανοίγει μέτωπο νίκης — ανοίγει μέτωπο εσωτερικής αποσύνθεσης.

