Η νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έπεσε σαν κεραυνός σε ένα πολιτικό τοπίο ήδη κορεσμένο από τη δυσωδία της ατιμωρησίας. Και όμως, στο Μέγαρο Μαξίμου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει να συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται για μια απλή μπόρα που θα κοπάσει. Δεν είναι η πρώτη και όπως όλα δείχνουν, δεν θα είναι ούτε η τελευταία.
Αν υπήρχε μέτρο για την πολιτική αναισθησία, η σημερινή κυβέρνηση θα το είχε ήδη υπερβεί κατά πολύ. Με μια επιμονή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σχεδόν μεταφυσική αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνα πραγματική ο πρωθυπουργός αρνείται να αναγνώσει το αυτονόητο, ότι η κοινωνική νομιμοποίηση της εξουσίας του, έχει διαρραγεί, όχι απλώς έχει ραγίσει, αλλά έχει διαλυθεί.
Η υπόθεση βέβαια δεν είναι μόνο νομική, είναι βαθιά πολιτική και ακόμη βαθύτερα ηθική. Γιατί όταν οι θεσμοί της Ευρώπης ερευνούν κακουργήματα και πλημμελήματα που σχετίζονται με τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, τότε δεν πρόκειται για μια ακόμη «εσωτερική υπόθεση». Πρόκειται για ρήγμα εμπιστοσύνης που εκθέτει τη χώρα συνολικά και όμως, η κυβέρνηση μοιάζει να λειτουργεί σαν να παρακολουθεί άλλη παράσταση.
Η ειρωνεία εδώ αγγίζει τα όρια της τραγωδίας. Διότι εκεί που θα περίμενε κανείς στοιχειώδη αυτοσυγκράτηση, ακούμε για ανασχηματισμούς. Σαν να πρόκειται για αισθητική διόρθωση ενός πίνακα που έχει ήδη καεί. Ή ακόμη θα μπορούσαμε να πούμε σαν να αλλάζεις κορνίζα σε ένα έργο που έχει καταστραφεί. Η εξουσία, όταν χάνει την επαφή της με την κοινωνία, καταφεύγει συχνά σε τέτοιες κινήσεις που είναι επιφανειακές, αποπροσανατολιστικές, σχεδόν προσβλητικές για τη νοημοσύνη των πολιτών.
Το σημερινό πολιτικό σκηνικό, μοιάζει σαν ύβρη της εξουσίας. Είναι εκείνη τη στιγμή που ο άρχων παύει να βλέπει τον εαυτό του ως διαχειριστή και αρχίζει να φαντάζεται ότι είναι ιδιοκτήτης. Και τότε, η πτώση δεν είναι απλώς πιθανή, αλλά είναι αναπόφευκτη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, σε αυτή τη φάση, δεν δείχνει απλώς αντοχή. Δείχνει ακαμψία. Και η ακαμψία στην πολιτική δεν είναι αρετή, είναι προάγγελος κατάρρευσης. Όταν η κοινωνία γελά και σήμερα γελά, πικρά αλλά ηχηρά τότε το τέλος έχει ήδη αρχίσει να γράφεται, έστω και αν οι πρωταγωνιστές του έργου αρνούνται να διαβάσουν το σενάριο.
Η έννοια της «τοξικότητας» που αποδίδεται στην κυβέρνηση δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά αποτελεί περιγραφή μιας πραγματικότητας όπου η πολιτική αντιπαράθεση έχει εκφυλιστεί, η εμπιστοσύνη έχει εξαϋλωθεί και η διαφάνεια έχει αντικατασταθεί από μια συνεχή άμυνα. Μια άμυνα που δεν πείθει πλέον κανέναν, παρά μόνο όσους έχουν συμφέρον να πειστούν.
Και μέσα σε όλα αυτά, η προοπτική εκλογών αντιμετωπίζεται σχεδόν ως απειλή. Λες και η δημοκρατική διαδικασία είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγεται, όχι να επιδιώκεται. Βέβαια αυτό από μόνο του αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη ένδειξη απονομιμοποίησης. Γιατί μια κυβέρνηση που φοβάται την κρίση των πολιτών, έχει ήδη χάσει τη μάχη της ουσίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα υπάρξει πολιτική εξέλιξη, το ερώτημα είναι πόσο βαθιά θα είναι η κρίση μέχρι να συμβεί αυτή. Και επίσης αν η χώρα θα μπορέσει να ανακτήσει την αξιοπιστία της πριν το κόστος γίνει μη αναστρέψιμο.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν μόνο από τα σκάνδαλα, αλλά πέφτουν από την αδυναμία τους να καταλάβουν ότι τα σκάνδαλα έχουν ήδη αλλάξει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Και σήμερα, το έδαφος αυτό τρίζει επικίνδυνα.
Αλλά ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι η πτώση που έρχεται. Είναι η άρνηση να την δουν και αυτή η άρνηση, περισσότερο από κάθε δικογραφία, είναι που καθιστά την κατάσταση εκρηκτική.
Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

