Υπάρχει κάτι που εξοργίζει περισσότερο από τη διαφθορά: η κανονικοποίησή της ως μοναδικό θέμα και ως μόνιμο σκηνικό. Να πηγαίνεις σε κανάλια, να συμμετέχεις σε συζητήσεις, και να διαπιστώνεις ότι η ατζέντα είναι σχεδόν πάντα ίδια: «σκάνδαλο», «συνένοχοι», «διαρροές», «αντεγκλήσεις». Σαν να μην υπάρχει χώρα με πραγματικά προβλήματα. Σαν να μην υπάρχουν προτάσεις. Σαν να μην υπάρχουν πολίτες που ζητούν λύσεις, όχι τηλεοπτική δικαίωση.
Κι όμως: όποια πέτρα διαφθοράς κι αν σηκώσεις, πολύ συχνά θα εμφανιστούν τα ίδια γνωστά λογότυπα. Και μετά, αντί να ντραπούν για το πολιτικό και θεσμικό κατάντημα, έχουν και το θράσος να εμφανίζονται ως «θεματοφύλακες» της κάθαρσης. Έτσι χτίζεται η πιο ύπουλη ζημιά: να εθίζεται η κοινωνία στο ότι «όλοι ίδιοι είναι». Να διαχέεται η συλλογική ενοχή. Να πνίγονται οι σοβαρές φωνές σε έναν βούρκο που δεν δημιούργησαν.
Και μέσα σε όλα, έχουμε και το απόλυτο παράδοξο: κόμματα με τεράστια χρέη, που απαιτούν από τους πολίτες συνέπεια, νομιμότητα, «κουλτούρα πληρωμών»—ενώ τα ίδια λειτουργούν ως η πιο προβληματική εξαίρεση. Την ώρα που ο μικρός επαγγελματίας, ο μισθωτός, ο νέος άνθρωπος καλείται να αποδείξει καθημερινά ότι «σέβεται τους κανόνες», η πολιτική τάξη ζητά να τη θεωρούμε υπεράνω των κανόνων. Αυτό δεν είναι απλώς υποκρισία. Είναι θεσμική αποσύνθεση.
Τι συμβαίνει πραγματικά (και γιατί μας αφορά όλους)
- Η συζήτηση εγκλωβίζεται σε μια ατέρμονη «σκανδαλολογία» που καταναλώνει χρόνο, ενέργεια και δημόσιο χώρο.
- Η συλλογική απαξίωση γενικεύεται: «όλοι οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι» — το πιο βολικό άλλοθι για τους πραγματικούς υπαίτιους.
- Οι προτάσεις εξαφανίζονται: για παραγωγή, δικαιοσύνη, διοίκηση, παιδεία, υγεία, άμυνα, δημογραφικό.
- Η έννοια του “αντισυστημικού” διαστρεβλώνεται: βαφτίζουν “αντισυστημικό” όποιον ζητά κράτος δικαίου, ορθολογισμό και αποτελεσματικότητα — δηλαδή τα απολύτως αυτονόητα.
Ας το πούμε καθαρά: δεν είναι «αντισυστημικό» να πιστεύεις σε κράτος δικαίου. Είναι στοιχειώδης ευρωπαϊκός, δημοκρατικός κανόνας. Αν κάποιοι το παρουσιάζουν ως “απειλή”, τότε έχουν παραδεχτεί—χωρίς να το λένε—ότι το σύστημα που υπηρετούν δεν αντέχει τον έλεγχο, τη διαφάνεια, την ισονομία, την αξιολόγηση. Και αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό σκάνδαλο.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η διαφθορά δεν είναι μόνο μίζα ή “ρουσφέτι”. Είναι και η κατάληψη της δημόσιας ατζέντας. Είναι ο τρόπος που αναγκάζουν μια κοινωνία να συζητά διαρκώς για τις δικές τους αμαρτίες, αντί να συζητά για τις δικές της ανάγκες. Να παίζουμε άμυνα στο γήπεδο που εκείνοι διάλεξαν. Να απαντάμε σε ερωτήσεις που εκείνοι διαμορφώνουν. Να γινόμαστε κομπάρσοι σε μια αφήγηση που τελικό στόχο έχει να μας πείσει ότι «τίποτα δεν αλλάζει».
Κι έτσι φτάνεις στο πιο απογοητευτικό σημείο: άνθρωποι που θέλουν πραγματικά να βοηθήσουν τη Ελλάδα, να προτείνουν, να δουλέψουν, να βάλουν πλάτη, βρίσκονται διαρκώς σε ρόλο “αντιλόγου” απέναντι σε ένα σύστημα που τους σπρώχνει να μιλούν μόνο για το τελευταίο επεισόδιο διαφθοράς. Σαν να σου κλέβουν τον χρόνο και τη δυνατότητα να κάνεις πολιτική με περιεχόμενο.
Και μετά έρχεται η δεύτερη προσβολή: όταν όσοι έχουν συνδέσει το όνομά τους με χρέη, πελατειακές νοοτροπίες και θεσμικές στρεβλώσεις, σε δείχνουν με το δάχτυλο και σε βαφτίζουν “αντισυστημικό”, επειδή δεν δέχεσαι να βουλιάξεις μαζί τους. Επειδή επιμένεις ότι το κράτος πρέπει να λειτουργεί. Επειδή ζητάς λογοδοσία. Επειδή δεν ανέχεσαι να σε συνεπαίρνουν «όλους στον βούρκο τους».
Τρεις «γροθιές» (χωρίς φωνές, με νόημα)
- Δεν είναι πολιτική να συζητάμε μόνο για τις απάτες τους. Είναι παγίδα. Όσο η ατζέντα περιστρέφεται γύρω από τη διαφθορά, τόσο λιγότερο μιλάμε για σχέδιο, παραγωγή, δημογραφικό, ασφάλεια, παιδεία, διοίκηση.
- Το “όλοι ίδιοι” είναι η μεγαλύτερη υπηρεσία στους ενόχους. Γιατί σβήνει τις διαφορές, ακυρώνει τις καθαρές φωνές και κάνει τον πολίτη παθητικό θεατή.
- Κράτος δικαίου δεν είναι “αντισυστημισμός”. Είναι το ελάχιστο. Αν κάποιοι το δαιμονοποιούν, αποκαλύπτουν ποιον φοβούνται: τη διαφάνεια.
Και κάτι τελευταίο, πολύ πρακτικό: Αν θέλουν να μιλήσουμε για διαφθορά, ας μιλήσουμε. Αλλά όχι ως τηλεοπτικό σόου. Όχι ως κουτσομπολιό εξουσίας. Με κανόνες, ελέγχους, ανεξαρτησία θεσμών, πραγματική λογοδοσία. Και μετά—επιτέλους—να γυρίσουμε στο μείζον: πώς θα σηκωθεί η χώρα όρθια.
Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. Όχι να συνηθίσουμε τη σαπίλα. Να την τελειώσουμε. Και να ανοίξει χώρος για πολιτική που αξίζει να λέγεται πολιτική—όχι για να “παίζουμε στα πάνελ”, αλλά για να υπηρετούμε τους πολίτες.
(Για την ιστορία: όσο συνεχίζουν να εμφανίζονται ως «φυσιολογικότητα» τα κόμματα που έχουν φορτώσει τη δημόσια ζωή με κυνισμό και θεσμική ασέβεια—όπως η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ—τόσο πιο αναγκαίο γίνεται να ξεχωρίσουμε την κάθαρση από το θέαμα.)

