Γράφει ο Haider Ali Hussein Mullick
Η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής με το Ιράν φέρει όλα τα χαρακτηριστικά των πρόσφατων πολέμων στους οποίους έχει εμπλακεί η Ουάσινγκτον: είναι σχετικά εύκολο να αρχίσουν, αλλά εξαιρετικά δύσκολο να τερματιστούν. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το οικονομικό τους αποτύπωμα δεν σταματά με τη λήξη των εχθροπραξιών. Αντιθέτως, εκτείνεται για χρόνια, ακόμη και για δεκαετίες, μετά το τέλος των μαχών. Ήδη, η αμερικανική κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε συμβάσεις και δεσμεύσεις που αφορούν την αποκατάσταση κατεστραμμένων στρατιωτικών βάσεων, την ανάπτυξη τεχνολογιών αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), τη σίτιση και τη στέγαση δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών, καθώς και την αναπλήρωση κρίσιμων αποθεμάτων οπλισμού.
Ακόμη και αν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραφε αύριο μια συμφωνία που θα έθετε τέλος στον πόλεμο με την Τεχεράνη, οι δαπάνες θα συνέχιζαν να αυξάνονται. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ενισχύσουν τις στρατιωτικές τους εγκαταστάσεις σε χώρες όπως το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία. Οι παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν την ενίσχυση καταφυγίων αεροσκαφών, την κατασκευή προστατευτικών τειχών γύρω από κρίσιμες υποδομές καυσίμων και επικοινωνιών, την αντικατάσταση εξοπλισμού δορυφορικών επικοινωνιών ο οποίος έχει καταστραφεί και την εγκατάσταση πολυεπίπεδων συστημάτων άμυνας για την αναχαίτιση ιρανικών drones, παρόμοιων με εκείνα που προκάλεσαν απώλειες στις αμερικανικές δυνάμεις.
Η Ουάσινγκτον, παράλληλα, θα συνεχίσει για χρόνια την επιτήρηση των πυρηνικών και πυραυλικών προγραμμάτων του Ιράν, καθώς και της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Η παρουσία αεροπλανοφόρων, αντιτορπιλικών και μέσων συλλογής πληροφοριών στην περιοχή θα παραμείνει έντονη, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον αμερικανικό προϋπολογισμό. Την ίδια στιγμή, η αναπλήρωση των πυρομαχικών αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα, καθώς ο πόλεμος έχει εξαντλήσει αποθέματα επιθετικών πυραύλων όπως οι Tomahawk και αμυντικών συστημάτων όπως οι Patriot και οι THAAD, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση μαζικών επιθέσεων με drones.
Η εμπειρία από παρόμοιες συγκρούσεις δείχνει ότι τέτοιες επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται από μεταβαλλόμενους στόχους, υπερβάσεις κόστους, αλλά και φαινόμενα απάτης και σπατάλης. Το Πεντάγωνο τις αποκαλεί “επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης στο εξωτερικό”, ένας όρος που υποβαθμίζει την πραγματική τους φύση: πρόκειται για μακροχρόνιες και επίμονες εμπλοκές, των οποίων το πραγματικό κόστος συχνά παραμένει ασαφές για την αμερικανική κοινή γνώμη. Ο κίνδυνος είναι διπλός: αφενός, οι πολίτες να μην κατανοούν το εύρος των δαπανών· αφετέρου, σημαντικά ποσά να σπαταληθούν ή να καταλήξουν σε άγνωστα χέρια μέσω αδιαφανών πρακτικών.
Το ομοσπονδιακό Κογκρέσο των ΗΠΑ (Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία) έχει κρίσιμο ρόλο στο να διασφαλίσει τη διαφάνεια. Οφείλει να απαιτήσει από την κυβέρνηση τακτική και πλήρη ενημέρωση σχετικά με τις οικονομικές δεσμεύσεις οι οποίες έχουν αναληφθεί. Είναι απαραίτητο να καταστεί σαφές στους πολίτες πώς δαπανώνται τα δισεκατομμύρια που διατίθενται και κατά πόσο αυτά συμβάλλουν στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων.
Μια αποτελεσματική λύση θα ήταν ο διορισμός ειδικού γενικού επιθεωρητή, με αρμοδιότητα να εκτιμά το συνολικό κόστος, να ελέγχει συμβάσεις, να διερευνά φαινόμενα απάτης, να επιθεωρεί τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να αξιολογεί την πρόοδο των επιχειρήσεων. Αντίστοιχοι μηχανισμοί έχουν εφαρμοστεί σε συγκρούσεις όπως εκείνες στο Ιράκ, τη Συρία, το Αφγανιστάν και την Ουκρανία, προσφέροντας πολύτιμη διαφάνεια και λογοδοσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, δημιουργήθηκαν δημόσιες πλατφόρμες που επιτρέπουν στους πολίτες να παρακολουθούν τη ροή των χρηματοδοτήσεων.
Στην περίπτωση του Ιράν, ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε ειδικός επιθεωρητής ούτε κάποια δημόσια πλατφόρμα που να εξηγεί πού κατευθύνονται οι πόροι. Οι Αμερικανοί ομοσπονδιακοί βουλευτές και γερουσιαστές γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στις πληροφορίες της εκτελεστικής εξουσίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο διευθυντής του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισμού δήλωσε ενώπιον του Κογκρέσου ότι δεν διαθέτει σαφή εκτίμηση για το συνολικό κόστος του πολέμου, γεγονός το οποίο προκαλεί εύλογες ανησυχίες.
Παρά την έλλειψη πλήρους εικόνας, ορισμένα στοιχεία έχουν γίνει γνωστά. Το Πεντάγωνο ανέφερε ότι οι πρώτες έξι ημέρες των επιχειρήσεων κόστισαν πάνω από 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια. Αναλύσεις δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δαπανών αφορά την κατανάλωση πυρομαχικών, ενώ συνολικές εκτιμήσεις ανεβάζουν το κόστος μεταξύ 25 και 35 δισεκατομμυρίων δολαρίων, λαμβάνοντας υπόψη την ανάπτυξη άνω των 50.000 στρατιωτών και των χιλιάδων επιθέσεων που εξαπολύθηκαν.
Τα ποσά αυτά, ωστόσο, δεν περιλαμβάνουν τις λεγόμενες “μακρές ουρές” των πολέμων: τις δαπάνες που συνεχίζονται πολύ μετά τη λήξη των συγκρούσεων. Η εμπειρία από την επιχείρηση κατά του ISIS δείχνει ότι η χρηματοδότηση συνεχίζεται για χρόνια μετά την επίσημη ήττα του αντιπάλου. Παρομοίως, στο Αφγανιστάν, παρά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων το 2021, σημαντικές δαπάνες συνεχίζουν να υφίστανται.
Οι μηχανισμοί εποπτείας έχουν αποδειχθεί καθοριστικοί στον εντοπισμό σπατάλης και κακοδιαχείρισης. Στο Αφγανιστάν, για παράδειγμα, καταγράφηκαν απώλειες δισεκατομμυρίων δολαρίων και επιβλήθηκαν εκατοντάδες ποινικές κυρώσεις. Στην Ουκρανία, έλεγχοι αποκάλυψαν υπερβάσεις δαπανών, αμφισβητούμενες πληρωμές και ελλείψεις στην καταγραφή εξοπλισμού.
Για τον λόγο αυτό, το Κογκρέσο θα πρέπει να αναθέσει την εποπτεία της εμπλοκής στο Ιράν σε έναν ενιαίο, ισχυρό φορέα, εξοπλισμένο με επαρκείς πόρους και αρμοδιότητες. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί πρέπει να διαθέτουν ουσιαστικές εξουσίες, όπως η δυνατότητα επιβολής συμμόρφωσης στις κυβερνητικές υπηρεσίες. Η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο επιτακτική, δεδομένου ότι το Υπουργείο Άμυνας αντιμετωπίζει διαχρονικά προβλήματα στη διαχείριση των οικονομικών του και έχει αποτύχει επανειλημμένα σε ελέγχους.
Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν αποτιμάται μόνο σε οικονομικούς όρους. Δεκατρείς Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν χάσει τη ζωή τους και περισσότεροι από 380 έχουν τραυματιστεί. Η ουσιαστική εποπτεία πρέπει να διασφαλίζει όχι μόνο τη σωστή χρήση των πόρων, αλλά και τη λογοδοσία για τις ανθρώπινες απώλειες. Οι επιχειρησιακές δυνατότητες που καθιστούν εφικτές κρίσιμες αποστολές – όπως η αερομεταφορά, η συλλογή πληροφοριών, η ακρίβεια στην επιμελητεία και η πρόσβαση σε συμμαχικές βάσεις – χρειάζονται συνεχή αξιολόγηση και προστασία.
Τα κονδύλια ήδη εκταμιεύονται με ταχύ ρυθμό. Η ανάγκη για αποτελεσματική, συνεχή και διαφανή εποπτεία δεν είναι απλώς σημαντική· είναι επιτακτική.
*Ο Haider Ali Hussein Mullick υπηρέτησε στο Γραφείο Γενικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών από το 2016 έως το 2026, αρχικά ως ανώτερος σύμβουλος εποπτείας και στη συνέχεια ως διευθυντής στρατηγικών πρωτοβουλιών. Είναι αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ σε εφεδρεία και διδάσκει δημόσια πολιτική και ζητήματα εθνικής ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Georgetown.
© 2025 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”
CAPITAL

