Δεν είναι μόνο αν θα γίνουν εκλογές το φθινόπωρο ή το 2027. Είναι ότι όλοι πλέον κινούνται σαν να έχουν ήδη στηθεί κάλπες.
Η προεκλογική περίοδος έχει αρχίσει, ακόμη κι αν κανείς δεν το ομολογεί καθαρά.
Τα κόμματα αναδιατάσσονται, οι αρχηγοί μετρούν αντοχές, οι μηχανισμοί ψάχνουν σωσίβια και οι «νέοι φορείς» εμφανίζονται ως απειλή για ένα πολιτικό σύστημα που δείχνει πιο εύθραυστο από ποτέ.
Η Νέα Δημοκρατία δεν κοιτά μόνο προς τα αριστερά της. Κοιτά και προς τα δεξιά της.
Το ΠΑΣΟΚ δεν κοιτά μόνο την κυβέρνηση. Κοιτά με αγωνία την επιστροφή Τσίπρα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά μοιάζουν να ζουν την πιο δύσκολη φάση τους.
Και μέσα σε όλα αυτά, νέα κόμματα, νέα πρόσωπα και παλιά πολιτικά βάρη έρχονται να ανοίξουν ξανά τον χάρτη.
Ο Τσίπρας επιστρέφει — και το ΠΑΣΟΚ χάνει την ψυχραιμία του
Η επικείμενη δημιουργία νέου φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι μια απλή κομματική είδηση. Είναι πολιτικός σεισμός στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι μόνο η Νέα Δημοκρατία. Είναι να χάσει τον ρόλο του βασικού αντιπάλου της. Να βρεθεί, δηλαδή, από εκεί που διεκδικεί την αξιωματική αντιπολίτευση, να παλεύει ξανά για την πολιτική του επιβίωση μέσα στον ίδιο του τον χώρο.
Γι’ αυτό και οι πρώτες αντιδράσεις του έδειξαν νευρικότητα. Επιθέσεις στις δημοσκοπήσεις, επιθέσεις στον Τσίπρα, προσπάθεια να ελεγχθεί η εικόνα. Όμως όταν ένα κόμμα τσακώνεται με τις μετρήσεις, συχνά δεν αμφισβητεί μόνο τα ευρήματα. Προδίδει και την ανησυχία του.
Το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ο Τσίπρας.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει πείσει ακόμη πως μπορεί να γίνει ο αυτόνομος πόλος εξουσίας που υποσχέθηκε.
ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά σε κατάσταση αποσύνθεσης
Αν το ΠΑΣΟΚ αγωνιά, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε υπαρξιακό κενό.
Ο Σωκράτης Φάμελλος πιέζεται, τα εσωτερικά στρατόπεδα ανασυντάσσονται και στελέχη κοιτούν ήδη προς την πλευρά Τσίπρα. Το κόμμα που κάποτε κυβέρνησε τη χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε πολιτικό διάδρομο αναμονής: ποιος θα φύγει, ποιος θα μείνει, ποιος θα προλάβει την επόμενη μέρα.
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα στη Νέα Αριστερά. Η πιθανότητα μαζικών ανεξαρτητοποιήσεων δεν είναι απλώς οργανωτικό πρόβλημα. Είναι πολιτική ακύρωση. Ένας φορέας που δημιουργήθηκε για να εκφράσει μια «νέα αρχή» κινδυνεύει να τελειώσει πριν προλάβει να αποκτήσει πραγματική κοινωνική γείωση.
Και εδώ βρίσκεται η τραγωδία της λεγόμενης προοδευτικής παράταξης:
πολλά πρόσωπα, πολλές φιλοδοξίες, πολλά σχήματα — αλλά ελάχιστη καθαρή απάντηση στο ερώτημα τι χώρα θέλουν.
Η Καρυστιανού, ο Σαμαράς και η πίεση στα δεξιά της Ν.Δ.
Το πολιτικό ρευστό δεν περιορίζεται στην Κεντροαριστερά. Η Νέα Δημοκρατία βλέπει ότι η φθορά δεν κινείται μόνο προς το ΠΑΣΟΚ ή προς τον Τσίπρα. Υπάρχει και ένα δεξιότερο, αντισυστημικό ή πατριωτικό ακροατήριο που αναζητά νέα έκφραση.
Το υπό ίδρυση κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού εμφανίστηκε αρχικά με έντονη δυναμική, πατώντας πάνω σε ένα μεγάλο κύμα κοινωνικής οργής, δυσπιστίας και ανάγκης για δικαιοσύνη. Ακόμη κι αν οι δημοσκοπικές του επιδόσεις δείχνουν τάσεις υποχώρησης σε σχέση με τα αρχικά εντυπωσιακά ποσοστά, παραμένει παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την κούρσα.
Την ίδια ώρα, τα σενάρια για κόμμα Σαμαρά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλή παραπολιτική φημολογία. Αν επιβεβαιωθούν, θα δημιουργήσουν σοβαρή πίεση στη Ν.Δ. από την πλευρά ενός ακροατηρίου που θεωρεί ότι η κυβερνητική παράταξη έχει απομακρυνθεί από παραδοσιακές δεξιές, πατριωτικές ή συντηρητικές αναφορές.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν έχει απέναντί της μόνο την αντιπολίτευση.
Έχει απέναντί της τη φθορά της εξουσίας, τη δυσαρέσκεια της κοινωνίας και τις ρωγμές του ίδιου της του χώρου.
Το πραγματικό ερώτημα: ποιος εκφράζει την κοινωνική δυσαρέσκεια;
Όλη αυτή η κινητικότητα δείχνει ένα πράγμα: το πολιτικό σύστημα μυρίζει εκλογές.
Όχι επειδή ανακοινώθηκαν.
Αλλά επειδή όλοι συμπεριφέρονται σαν να έρχονται.
Οι δημοσκοπήσεις γίνονται πεδίο μάχης. Οι αρχηγοί ζυγίζουν κινήσεις. Οι βουλευτές κοιτούν τις εξόδους κινδύνου. Τα κόμματα προσπαθούν να προλάβουν τις εξελίξεις πριν τα προλάβουν αυτές.
Όμως το κρίσιμο δεν είναι πόσα κόμματα θα εμφανιστούν. Το κρίσιμο είναι αν κάποιο από αυτά μπορεί να εκφράσει πραγματικά την κοινωνία που πιέζεται, θυμώνει, δυσπιστεί και δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό της στις κλειστές αίθουσες της κομματικής αριθμητικής.
Γιατί η χώρα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερους πολιτικούς σχηματισμούς.
Χρειάζεται πολιτική εκπροσώπηση.
Και αυτή, προς το παρόν, μοιάζει να είναι το μεγάλο κενό πίσω από όλο τον θόρυβο.


