Όταν η Ν.Δ. ρωτά «ποιος πληρώνει», ακούγεται ο αντίλαλος των δικών της χρεών
Η συζήτηση για τη χρηματοδότηση του νέου κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού είναι απολύτως θεμιτή. Αλλά γίνεται πολιτικά προκλητική όταν οι πιο θορυβώδεις εισαγγελείς της διαφάνειας προέρχονται από έναν χώρο που κουβαλά στην πλάτη του κομματικά χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Έχουν ξεσπαθώσει τις τελευταίες ημέρες κυβερνητικοί και φιλοκυβερνητικοί σχολιαστές κατά του νέου πολιτικού εγχειρήματος της Μαρίας Καρυστιανού. Το ερώτημα που επαναλαμβάνεται μονότονα είναι ένα: ποιος χρηματοδοτεί αυτό το «δαπανηρό» εγχείρημα;
Το ερώτημα, από μόνο του, δεν είναι λάθος. Τα οικονομικά κάθε κόμματος πρέπει να είναι καθαρά, διαφανή και ελεγχόμενα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το ερώτημα το θέτουν εκείνοι που, πολιτικά, έχουν μάθει να ζουν μέσα στη θαλπωρή των κομματικών δανείων, της κρατικής χρηματοδότησης και της διαρκούς ανοχής του συστήματος.
Όσο ήταν χρήσιμη, ήταν στο απυρόβλητο
Όσο η Μαρία Καρυστιανού λειτουργούσε κυρίως ως σύμβολο της υπόθεσης των Τεμπών, πολλοί στη Ν.Δ. την αντιμετώπιζαν με προσοχή. Όχι απαραίτητα από ευαισθησία, αλλά επειδή θεωρούσαν ότι η παρουσία της θα πίεζε κυρίως τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Τώρα που φαίνεται ότι το νέο σχήμα μπορεί να κινηθεί και σε ακροατήρια της Δεξιάς, ακόμη και της σκληρής αντισυστημικής Δεξιάς, άλλαξε το έργο. Βγήκαν τα μαχαίρια. Και μαζί τους βγήκαν οι υπαινιγμοί, οι σκιές, τα ερωτήματα για χρηματοδότες, μηχανισμούς, συμφέροντα, ακόμη και γεωπολιτικές διασυνδέσεις.
Η πολιτική υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο.
Ναι, τα οικονομικά των κομμάτων πρέπει να ελέγχονται
Ας το πούμε καθαρά: κάθε νέο κόμμα οφείλει να απαντά πώς χρηματοδοτείται, ποιοι το στηρίζουν, από πού προέρχονται οι πόροι του και ποιοι έχουν πολιτικό ή οικονομικό συμφέρον γύρω του.
Αυτό δεν είναι επίθεση. Είναι δημοκρατικός κανόνας.
Γι’ αυτό υπάρχει νομοθεσία για τη χρηματοδότηση των κομμάτων. Γι’ αυτό υπάρχει κρατική ενίσχυση. Γι’ αυτό υπάρχουν ισολογισμοί, δηλώσεις, έλεγχοι και θεσμικές υποχρεώσεις. Η δημόσια πολιτική δράση δεν μπορεί να λειτουργεί με μαύρα ταμεία, μισόλογα και «φιλικές συνεισφορές» πίσω από κουρτίνες.
Όμως η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι όπλο επιλεκτικής χρήσης. Δεν μπορεί να γίνεται σημαία μόνο όταν αφορά τον πολιτικό αντίπαλο.
Το κόμμα με τα χρέη κάνει μάθημα διαφάνειας
Και εδώ αρχίζει η πραγματική πολιτική ειρωνεία.
Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως αυστηρός ελεγκτής των οικονομικών των άλλων, ενώ η ίδια έχει συνδεθεί δημόσια με κομματικές οφειλές που ξεπερνούν το μισό δισεκατομμύριο ευρώ. Δημοσίευμα του 2025, επικαλούμενο τον ισολογισμό της Ν.Δ. για το 2024, ανέφερε συνολικές οφειλές 541,8 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 530,9 εκατ. ευρώ προς τράπεζες. Η αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής δημοσιεύει τις οικονομικές καταστάσεις των κομμάτων, όπου κατατίθενται ισολογισμοί και απολογισμοί.
Με απλά λόγια: το κόμμα που ρωτά «ποιος πληρώνει την Καρυστιανού;» οφείλει πρώτα να απαντήσει ποιος ανέχεται επί χρόνια τα δικά του χρέη.
Διότι όταν ένας πολίτης χρωστά λίγες χιλιάδες ευρώ, κινδυνεύει με κατασχέσεις, πλειστηριασμούς, αποκλεισμό και κοινωνική εξόντωση. Όταν ένα μεγάλο κόμμα χρωστά εκατοντάδες εκατομμύρια, το ζήτημα βαφτίζεται «πολιτική κανονικότητα».
Αυτή είναι η Ελλάδα της επιλεκτικής αυστηρότητας.
Καθαρά πράγματα ή καθαρή πρόκληση;
Η Ν.Δ. θα μπορούσε, με σατιρική ειλικρίνεια, να πει:
«Κύριοι, εμείς δεν κρυβόμαστε. Χρωστάμε εκατοντάδες εκατομμύρια. Δεν τα πληρώνουμε όπως θα τα πλήρωνε ένας απλός πολίτης. Συνεχίζουμε να λειτουργούμε, να χρηματοδοτούμαστε, να κυβερνάμε και να κουνάμε το δάχτυλο στους άλλους».
Αυτό, πράγματι, είναι μια μορφή διαφάνειας. Κυνικής, προκλητικής, αλλά διαφάνειας.
Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Είναι το μήνυμα ότι άλλο μέτρο ισχύει για τον πολίτη και άλλο για το κομματικό σύστημα. Άλλος νόμος για τον μικρό οφειλέτη, άλλος για τον ισχυρό μηχανισμό. Άλλο κράτος για τους πολλούς, άλλο κράτος για τους εντός των τειχών.
Η μνήμη δεν είναι κοντή
Και επειδή κάποιοι ανακάλυψαν ξαφνικά την ανάγκη της πολιτικής ηθικής, καλό είναι να θυμούνται ότι η Μεταπολίτευση δεν έχει έλλειψη από οικονομικές σκιές.
Siemens, κομματικά ταμεία, εξοπλιστικά, μίζες, «χορηγίες», δάνεια, εργολαβικά συμφέροντα, κρατικοδίαιτες σχέσεις και συστήματα επιρροής δεν είναι λέξεις που έπεσαν από τον ουρανό. Είναι μέρος μιας πολιτικής ιστορίας που δηλητηρίασε την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Και φυσικά, κανένα κόμμα δεν δικαιούται να εμφανίζεται ως παρθένα της διαφάνειας όταν έχει περάσει από την ίδια ιστορική λάσπη ή όταν έχει ωφεληθεί από ένα σύστημα ανοχής, τραπεζικών ρυθμίσεων και κρατικής προστασίας.
Το ερώτημα ισχύει για όλους
Ναι, λοιπόν. Να ρωτήσουμε ποιος χρηματοδοτεί το κόμμα της Καρυστιανού.
Αλλά να ρωτήσουμε και ποιος χρηματοδοτεί τη μακροχρόνια επιβίωση των υπερχρεωμένων κομμάτων.
Να ρωτήσουμε ποιοι δανείζουν, ποιοι δεν εισπράττουν, ποιοι ρυθμίζουν, ποιοι σιωπούν.
Να ρωτήσουμε γιατί στην Ελλάδα ο απλός πολίτης πνίγεται για 5.000 ευρώ, ενώ οι κομματικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να κυκλοφορούν με πολιτική ασυλία, ηθικό θράσος και τηλεοπτικό μικρόφωνο.
Να ρωτήσουμε τα πάντα. Αλλά να τα ρωτήσουμε για όλους.
Η διαφάνεια δεν είναι προβολέας που τον στρέφεις μόνο στον αντίπαλο. Είναι καθρέφτης.
Και όταν η Ν.Δ. σηκώνει τον καθρέφτη για να δείξει τα οικονομικά των άλλων, το πρώτο πρόσωπο που αντανακλάται είναι το δικό της.
Με μισό δισεκατομμύριο σκιές πίσω της, λίγη σεμνότητα δεν θα έβλαπτε.

