Υπάρχουν στιγμές που η Ιστορία δεν επιστρέφει ως ανάμνηση, αλλά ως κατηγορώ. Μια τέτοια στιγμή είναι και η παλιά ιστορία του 1977, όταν ο νεαρός τότε Αντώνης Σαμαράς, άγνωστος ακόμη στους πολλούς, σταματήθηκε στην είσοδο της Βουλής επειδή οι αστυνομικοί δεν πίστευαν ότι ήταν βουλευτής — και χρειάστηκε ο Παύλος Βαρδινογιάννης να τον πάρει από το χέρι για να περάσει το κατώφλι.
Σήμερα, δεκαετίες μετά, το ερώτημα δεν είναι αν ο Αντώνης Σαμαράς καταλαβαίνει τι γίνεται στη χώρα. Το ξέρει, το βλέπει, το διαβάζει καλύτερα από τους περισσότερους. Το ερώτημα είναι άλλο, ωμό και αναπόφευκτο: τι κάνει απέναντι στην αθλιότητα που απλώνεται παντού; Γιατί κάποια στιγμή η σιωπή παύει να είναι στάση και γίνεται συνενοχή.
Η ιστορία δεν είναι νοσταλγία — είναι χρέος
Η σκηνή εκείνης της ορκωμοσίας δεν είναι ένα χαριτωμένο πολιτικό ανέκδοτο. Είναι μια συμβολική σκηνή διαδοχής, αναγνώρισης και προσδοκίας. Ο Παύλος Βαρδινογιάννης δεν άνοιξε απλώς μια πόρτα σε έναν νέο βουλευτή. Αναγνώρισε σε εκείνον έναν άνθρωπο που, όπως έλεγε αργότερα, «θα ανέβει πολύ ψηλά και θα παίξει σημαντικό ρόλο για την κοινωνία».
Και πράγματι ανέβηκε. Έγινε υπουργός, αρχηγός, πρωθυπουργός, κεντρικός παίκτης σε κρίσιμες καμπές της Μεταπολίτευσης. Δεν είναι λοιπόν ένας τυχαίος παρατηρητής των εξελίξεων. Δεν είναι σχολιαστής στο περιθώριο. Δεν είναι πολιτικός του ενός απογεύματος. Είναι πρόσωπο με βάρος, μνήμη, διαδρομή και ευθύνη.
Γι’ αυτό και η παλιά ιστορία επιστρέφει σήμερα με άλλη δύναμη: όχι για να τον τιμήσει, αλλά για να τον εκθέσει μπροστά στις ευθύνες του.
Δεν αρκεί να καταλαβαίνεις — οφείλεις να πράττεις
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν αντιλαμβάνεται το βάθος της σημερινής παρακμής. Βλέπει μια χώρα που φθείρεται θεσμικά, πολιτικά, ηθικά. Βλέπει την υποβάθμιση της δημόσιας ζωής, τη χυδαιοποίηση της εξουσίας, τη μετατροπή της πολιτικής σε μηχανισμό διαχείρισης αθλιότητας. Βλέπει ότι η κανονικότητα που πλασάρεται είναι συχνά ένα περιτύλιγμα πάνω από σήψη.
Άρα το ερώτημα δεν είναι γνωστικό. Δεν είναι πνευματικό. Δεν είναι συναισθηματικό.
Είναι απολύτως πολιτικό:
Τι κάνει;
Τι λέει με καθαρότητα;
Πού συγκρούεται;
Τι ρισκάρει;
Ποιο κόστος αναλαμβάνει;
Γιατί σε τέτοιες εποχές η γνώση χωρίς πράξη είναι πολυτέλεια. Και η εμπειρία χωρίς παρέμβαση είναι απλώς ένας καλοσυντηρημένος κυνισμός.
Η χώρα δεν πνίγεται μόνο από τους ενόχους — πνίγεται και από τους σιωπηλούς
Η σημερινή αθλιότητα δεν επιβιώνει μόνο χάρη σε όσους την παράγουν. Επιβιώνει και χάρη σε όσους τη βλέπουν, την ονομάζουν χαμηλόφωνα, αλλά δεν τη χτυπούν όταν πρέπει. Η χώρα δεν υποφέρει μόνο από τους αδίστακτους. Υποφέρει και από τους έμπειρους που μένουν μισό βήμα πίσω, ζυγίζοντας διαρκώς τη στιγμή, τον συσχετισμό, το προσωπικό τους απόθεμα, τη δική τους επόμενη κίνηση.
Αλλά υπάρχουν ώρες που δεν χωρούν άλλοι ελιγμοί.
Δεν χωρούν άλλες υπαινικτικές αποστάσεις.
Δεν χωρούν άλλες διφορούμενες σιωπές.
Όποιος έχει ιστορία, δεν δικαιούται ουδετερότητα.
Όποιος έχει βάρος, δεν δικαιούται ακινησία.
Όποιος γνωρίζει, δεν δικαιούται να παριστάνει τον αμέτοχο.
Και ειδικά όποιος κάποτε θεωρήθηκε προορισμένος για «σημαντικό ρόλο για την κοινωνία», δεν μπορεί στο τέλος να αρκεστεί στον ρόλο του θεατή της παρακμής.
Αντώνη, δεν σε ρωτά κανείς αν καταλαβαίνεις.
Σε ξέρουν. Ξέρουν ότι καταλαβαίνεις.
Δεν σε ρωτά κανείς τι λες στις κατ’ ιδίαν κουβέντες, ούτε τι σκέφτεσαι πίσω από κλειστές πόρτες. Αυτά έχουν τελειώσει. Η χώρα δεν σώζεται με ιδιωτικές διαπιστώσεις και ιστορικές αναμνήσεις.
Σε ρωτά μόνο ένα πράγμα:
Τι κάνεις;
Γιατί κάποτε σε έβαλαν στη Βουλή από το χέρι.
Σήμερα η χώρα περιμένει να δει αν υπάρχει ακόμη μέσα σου κάτι από εκείνον που προοριζόταν να σταθεί όρθιος όταν οι άλλοι θα σιωπούν.
Και γιατί, στο τέλος, η Ιστορία δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους από το τι ήξεραν.
Τους ξεχωρίζει από το τι τόλμησαν.

