Η δικαστική νίκη της Μακεδονικής Θράκης Ζυθοποιίας αναδεικνύει το κόστος των πρακτικών αποκλεισμού και θέτει ξανά το ερώτημα: πόσα χρόνια πρέπει να αντέξει μια επιχείρηση για να δικαιωθεί;
Μια μεγάλη δικαστική νίκη καταγράφει η Μακεδονική Θράκης Ζυθοποιία, παραγωγός της μπύρας Βεργίνα: δικαστήριο του Άμστερνταμ επιδίκασε περίπου 111,2 εκατομμύρια ευρώ σε αποζημίωση και τόκους, σε βάρος της Heineken και της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, για την υπόθεση κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης στην ελληνική αγορά μπύρας κατά την περίοδο 1998–2014. Το ποσό περιλαμβάνει περίπου 43,3 εκατομμύρια ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και 67,9 εκατομμύρια ευρώ σε τόκους.
Πίσω από την εταιρική επωνυμία βρίσκεται μια επιχειρηματική προσπάθεια με την οποία έχει συνδεθεί ο Δημήτρης Πολιτόπουλος, ιδρυτής της ζυθοποιίας. Μια προσπάθεια που διεκδίκησε χώρο σε μια αγορά όπου η ισχύς του κυρίαρχου παίκτη αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα. Η προσφυγή στην ολλανδική Δικαιοσύνη είχε ήδη δημοσιοποιηθεί το 2017, αποτυπώνοντας το βάθος χρόνου αυτής της αναμέτρησης.
Το ουσιαστικό περιεχόμενο της υπόθεσης υπερβαίνει τη σύγκρουση δύο επιχειρήσεων. Αφορά το δικαίωμα ενός παραγωγού να φτάσει στον καταναλωτή, να διεκδικήσει θέση στο κατάστημα και να κριθεί για το προϊόν του.
Η ίδια η Επιτροπή Ανταγωνισμού, στην απόφαση 590/2014, περιέγραψε πολιτική αποκλεισμού και περιορισμού της ανάπτυξης ανταγωνιστών από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία. Στα ευρήματά της περιλαμβάνονταν η επιβολή αποκλειστικότητας στη χονδρική και τη λιανική, καθώς και άλλες πρακτικές που περιόριζαν σωρευτικά τον ανταγωνισμό στη διανομή και τη διάθεση μπύρας.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση όσων εξυμνούν την ελεύθερη αγορά, αλλά αντιμετωπίζουν την κυριαρχία των ισχυρών ως περίπου φυσικό νόμο. Ελεύθερος ανταγωνισμός σημαίνει πραγματική δυνατότητα εισόδου, παρουσίας και ανάπτυξης. Όταν οι εμπορικές διέξοδοι περιορίζονται μέσω καταχρηστικών πρακτικών, η ποιότητα και η προσπάθεια δεν αρκούν.
Η Heineken ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση, αμφισβητώντας τον συλλογισμό του δικαστηρίου και τις παραδοχές για τις πωλήσεις, τις τιμές και την κερδοφορία που θα μπορούσε να είχε επιτύχει η Βεργίνα. Συνεπώς, πρόκειται για σημαντική δικαστική δικαίωση, με συνέχεια στη δικαστική διαμάχη.
Παραμένει, όμως, ένα σοβαρό θεσμικό ερώτημα: πόσο αποτελεσματική είναι η προστασία του ανταγωνισμού όταν η αποκατάσταση απαιτεί τόσο μακροχρόνιο αγώνα;
Ο ισχυρισμός ότι η υπόθεση είχε σκοπίμως «θαφτεί στα συρτάρια» της Επιτροπής Ανταγωνισμού απαιτεί συγκεκριμένα τεκμήρια και δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένο γεγονός. Η κριτική, ωστόσο, για την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της θεσμικής προστασίας είναι απολύτως ουσιαστική. Μια επιχείρηση χρειάζεται πρόσβαση στην αγορά όσο παράγει, επενδύει και πληρώνει εργαζομένους. Κάθε χαμένη χρονιά μπορεί να σημαίνει χαμένες πωλήσεις, χαμένες επενδύσεις και ευκαιρίες που δεν επιστρέφουν.
Η επιμονή της πλευράς της Βεργίνας αποκτά έτσι ευρύτερη σημασία. Δείχνει πόση αντοχή απαιτείται για να διεκδικήσει μια μικρότερη επιχείρηση το δίκιο της απέναντι σε έναν διεθνή όμιλο. Και αφήνει ένα ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα: πόσες άλλες επιχειρήσεις διαθέτουν τους πόρους για να φτάσουν μέχρι τέλους;
Η απόφαση στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα λογοδοσίας. Η εμπορική δύναμη συνοδεύεται από ευθύνη και η παραβίαση των κανόνων μπορεί να έχει βαρύ κόστος.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να μπορεί κάθε επιχείρηση να ανταγωνίζεται εγκαίρως και ισότιμα — χωρίς να χρειάζεται πρώτα να επιβιώσει από έναν δικαστικό μαραθώνιο.

